ΓÎνεσις
ΤÎλος
"Το Ï€Ïώτο αστÎÏι ήταν Ïωγμή στο άψογο σκοτάδι"
Το Κατώφλι
Î Ïιν το Ï€Ïώτο άστÏο, το κενό ήταν απόλυτο. Τίποτα δεν Îλειπε, γιατί δεν υπήÏχε τίποτα για να λείψει. Έπειτα, Ïήξη· Îνα σημείο φωτός που σκίζει το κενό για να υπάÏξει. ΆστÏα άναψαν από τη Ïωγμή· Ïλη συμπυκνώθηκε γÏÏω απ' την πληγή. Το σÏμπαν υπάÏχει επειδή το κενό Ïάγισε. Από την ίδια ακÏιβώς Ïήξη είσαι φτιαγμÎνος. Κουβαλάς την πίεσή της πίσω απ' το στÎÏνο – Îνα σφίξιμο εκεί που η ανάσα ξÏνει το κόκαλο. Ένα άστÏο αγÎννητο χτυπά τα πλευÏά σου. Μια Ïήξη μόνο – και ÏŒ,τι κÏατάς κÏυφό, σχίζει τον ιστό για να υπάÏξει.
Η Οδός
Το άψογο σκοτάδι πεÏιμÎνει. ΦοÏά τη γαλήνη ενός Î¸ÎµÎ¿Ï Ï€Î¿Ï… δεν σε Îχει ανάγκη. ΠιÎζεις τον ιστό του· το σκοτάδι σπÏώχνει πίσω. Ο Ï„Ïόμος μεταμφιÎζεται σ' ευλάβεια. ΠεÏίμενε, ψιθυÏίζει. ΜελÎτησε. Άσε το φως να γίνει αντάξιο του σκοταδιοÏ. Μα το σκοτάδι δεν είναι ιεÏό· είναι μόνο ανÎγγιχτο. Η Ïωγμή του είσαι εσÏ. Το σÏμπαν δεν πεÏίμενε. Ξεκίνησε με μια Ïήξη – η πληγή Ï€Ïιν τον κόσμο. Άσε το Ï€Ïώτο σου φως να είναι λάθος. Άσ' το να είναι αμυδÏÏŒ. Άσ' το ν' αÏχίσει.
Η Σκιά
Το Ï€Ïώτο Ï„ÏεμοÏλιασμα ήÏθε στα δεκαεννιά της – μια θÎÏμη κάτω απ' τα πλευÏά της, να ζητά Îξοδο. Εκείνο το βÏάδυ, η ΈνθεÏμη Îσκισε τη μεμβÏάνη. Μια καÏÏ„Ïα άναψε στην παλάμη της – ακατÎÏγαστη, αδιαμόÏφωτη – το ίδιο το σκοτάδι παίÏνοντας φως. ΈτÏεμε μια στιγμή· Îπειτα, στάχτη. Î Î¿Î»Ï Î½Ï‰Ïίς, ακοÏστηκε Îνας ψίθυÏος από το κÏÏο. Η ΈνθεÏμη δεν άκουσε. Βδομάδες μετά: νÎο Ï„ÏεμοÏλιασμα, νÎο σκίσιμο, νÎος καπνός. ΧÏόνια πεÏνοÏν. ΟυλÎÏ‚ συσσωÏεÏονται. Ωσότου Îνα βÏάδυ το Ï„ÏεμοÏλιασμα ξεκινά, τα χÎÏια της πετάγονται – και παγώνουν. Στάσου. Κάτω από το κάψιμο, κάτι αÏγό ικÎτευε να Ïιζώσει. Για Ï€Ïώτη φοÏά, κοιτάζει κάτω αντί να απλώσει. Τις βλÎπει – κάθε καÏÏ„Ïα που είχε σÏÏει στο κÏÏο Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να πάÏει ανάσα. ΟυÏανό θνησιγενών αστεÏιών. Τα χÎÏια της κινοÏνται Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να σταματήσει. Σκίζουν. Απλώνουν. Αυτή η καÏÏ„Ïα κÏατά μια ανάσα παÏαπάνω. Κλείνει τη γÏοθιά της γÏÏω απ' τον καπνό. Η μεμβÏάνη επουλώνεται. Όπως κάνει πάντα. ΣτÎκεται στο σκίσιμο τώÏα, με τις παλάμες να καίνε. Κάπου βαθιά, αχνό Ï„ÏεμοÏλιασμα ακόμη. Αυτή τη φοÏά θα 'ναι αλλιώς, ψιθυÏίζει. Τα χÎÏια της το Îχουν ξανακοÏσει. ■Ο ΣφÏαγισμÎνος Îσκισε τη μεμβÏάνη μια φοÏά, και ÏŒ,τι αναδÏθηκε από το Ïήγμα ήταν άÏτιο. Ο κόσμος συγκεντÏώθηκε γÏÏω από το Ïήγμα του και το αποκάλεσε αÏιστοÏÏγημα. Εκείνος όμως εÏωτεÏτηκε την αντήχηση. Îα σκίσει ξανά θα σήμαινε ομολογία – πως το Ï€Ïώτο φως δεν ήταν και το τελευταίο. Ο άψογος μÏθος θα Ïάγιζε. ΣφÏάγισε λοιπόν την πληγή με χÏυσάφι. Έγινε ο φÏλακάς της. Έχτισε μια αÏχιτεκτονική γÏÏω απ' τον θÏίαμβό του, κωδικοποίησε τη γωνία του σχισίματος, δίδαξε την ανατομία της σπίθας – Îνας δάσκαλος του φωτός που ήταν κάποτε. Κανείς δεν Ï€Ïόσεξε – πόσο μάλλον ο ίδιος – πως πλÎον δεν φλεγόταν. Δεκαετίες αÏγότεÏα, το σκοτάδι κάτω απ' τα πλευÏά του σάλεψε ξανά. Ένα νÎο άστÏο, ωμό και βαÏÏ, άÏχισε να χτυπά. Του ζητοÏσε να φανεί ανÎτοιμος, ατελής – Îνα ζωντανό, εÏθÏαυστο πλάσμα ξανά. Îα απαντήσει σήμαινε να γκÏεμίσει την αÏχιτεκτονική που είχε γίνει. Τις διαλÎξεις, τους μαθητÎÏ‚, το αÏιστοÏÏγημα – σκαλωσιά γÏÏω από μια μόνη Ïωγμή, και η Ïωγμή Ï€Ïο Ï€Î¿Î»Î»Î¿Ï ÏƒÏ†ÏαγισμÎνη. Στεκόταν μπÏοστά στους μαθητÎÏ‚ του· το χτÏπημα εντάθηκε. Για μια στιγμή, το χÎÏι του σηκώθηκε, και ξανάπεσε. Δεκαετιών χÏυσάφι σφÏάγιζε την πληγή. Îα Ïαγίσει τώÏα σήμαινε να ομολογήσει πως ήταν ακόμα Ï€Ïάγμα που σπάει. Όχι τώÏα, είπε στον εαυτό του. ΑÏγότεÏα. Όταν η στιγμή θα του αξίζει. Πίεσε τα χÎÏια στο στήθος του. Η τοιχοποιία κÏάτησε. Κάτω απ' τα πλευÏά του, το χτÏπημα επιβÏαδÏνθηκε κι Îσβησε. Η θÎÏμη κÏÏωσε κι Îγινε πόνος – αθόÏυβος, μόνιμος. ΑπομÎνει Îνα αÏÏάγιστο σκεÏος. Ένας στιλβωμÎνος τάφος για Îνα σÏμπαν που Ï€Îθανε μÎσα στο στήθος του.
Η Τομή
Τι πεθαίνει αγÎννητο μÎσα σου;
ΓÎνεσις
"Το Ï€Ïώτο αστÎÏι ήταν Ïωγμή στο άψογο σκοτάδι"
ΤÎλος

ΓÎνÎΜÏƑις
Το Ï€Ïώτο αστÎÏι ήταν Ïωγμή στο άψογο σκοτάδι
Το Κατώφλι
Î Ïιν το Ï€Ïώτο άστÏο, το κενό ήταν απόλυτο. Τίποτα δεν Îλειπε, γιατί δεν υπήÏχε τίποτα για να λείψει. Έπειτα, Ïήξη· Îνα σημείο φωτός που σκίζει το κενό για να υπάÏξει. ΆστÏα άναψαν από τη Ïωγμή· Ïλη συμπυκνώθηκε γÏÏω απ' την πληγή. Το σÏμπαν υπάÏχει επειδή το κενό Ïάγισε. Από την ίδια ακÏιβώς Ïήξη είσαι φτιαγμÎνος. Κουβαλάς την πίεσή της πίσω απ' το στÎÏνο – Îνα σφίξιμο εκεί που η ανάσα ξÏνει το κόκαλο. Ένα άστÏο αγÎννητο χτυπά τα πλευÏά σου. Μια Ïήξη μόνο – και ÏŒ,τι κÏατάς κÏυφό, σχίζει τον ιστό για να υπάÏξει.
Η Οδός
Το άψογο σκοτάδι πεÏιμÎνει. ΦοÏά τη γαλήνη ενός Î¸ÎµÎ¿Ï Ï€Î¿Ï… δεν σε Îχει ανάγκη. ΠιÎζεις τον ιστό του· το σκοτάδι σπÏώχνει πίσω. Ο Ï„Ïόμος μεταμφιÎζεται σ' ευλάβεια. ΠεÏίμενε, ψιθυÏίζει. ΜελÎτησε. Άσε το φως να γίνει αντάξιο του σκοταδιοÏ. Μα το σκοτάδι δεν είναι ιεÏό· είναι μόνο ανÎγγιχτο. Η Ïωγμή του είσαι εσÏ. Το σÏμπαν δεν πεÏίμενε. Ξεκίνησε με μια Ïήξη – η πληγή Ï€Ïιν τον κόσμο. Άσε το Ï€Ïώτο σου φως να είναι λάθος. Άσ' το να είναι αμυδÏÏŒ. Άσ' το ν' αÏχίσει.
Η Σκιά
Το Ï€Ïώτο Ï„ÏεμοÏλιασμα ήÏθε στα δεκαεννιά της – μια θÎÏμη κάτω απ' τα πλευÏά της, να ζητά Îξοδο. Εκείνο το βÏάδυ, η ΈνθεÏμη Îσκισε τη μεμβÏάνη. Μια καÏÏ„Ïα άναψε στην παλάμη της – ακατÎÏγαστη, αδιαμόÏφωτη – το ίδιο το σκοτάδι παίÏνοντας φως. ΈτÏεμε μια στιγμή· Îπειτα, στάχτη. Î Î¿Î»Ï Î½Ï‰Ïίς, ακοÏστηκε Îνας ψίθυÏος από το κÏÏο. Η ΈνθεÏμη δεν άκουσε. Βδομάδες μετά: νÎο Ï„ÏεμοÏλιασμα, νÎο σκίσιμο, νÎος καπνός. ΧÏόνια πεÏνοÏν. ΟυλÎÏ‚ συσσωÏεÏονται. Ωσότου Îνα βÏάδυ το Ï„ÏεμοÏλιασμα ξεκινά, τα χÎÏια της πετάγονται – και παγώνουν. Στάσου. Κάτω από το κάψιμο, κάτι αÏγό ικÎτευε να Ïιζώσει. Για Ï€Ïώτη φοÏά, κοιτάζει κάτω αντί να απλώσει. Τις βλÎπει – κάθε καÏÏ„Ïα που είχε σÏÏει στο κÏÏο Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να πάÏει ανάσα. ΟυÏανό θνησιγενών αστεÏιών. Τα χÎÏια της κινοÏνται Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει να σταματήσει. Σκίζουν. Απλώνουν. Αυτή η καÏÏ„Ïα κÏατά μια ανάσα παÏαπάνω. Κλείνει τη γÏοθιά της γÏÏω απ' τον καπνό. Η μεμβÏάνη επουλώνεται. Όπως κάνει πάντα. ΣτÎκεται στο σκίσιμο τώÏα, με τις παλάμες να καίνε. Κάπου βαθιά, αχνό Ï„ÏεμοÏλιασμα ακόμη. Αυτή τη φοÏά θα 'ναι αλλιώς, ψιθυÏίζει. Τα χÎÏια της το Îχουν ξανακοÏσει. ■Ο ΣφÏαγισμÎνος Îσκισε τη μεμβÏάνη μια φοÏά, και ÏŒ,τι αναδÏθηκε από το Ïήγμα ήταν άÏτιο. Ο κόσμος συγκεντÏώθηκε γÏÏω από το Ïήγμα του και το αποκάλεσε αÏιστοÏÏγημα. Εκείνος όμως εÏωτεÏτηκε την αντήχηση. Îα σκίσει ξανά θα σήμαινε ομολογία – πως το Ï€Ïώτο φως δεν ήταν και το τελευταίο. Ο άψογος μÏθος θα Ïάγιζε. ΣφÏάγισε λοιπόν την πληγή με χÏυσάφι. Έγινε ο φÏλακάς της. Έχτισε μια αÏχιτεκτονική γÏÏω απ' τον θÏίαμβό του, κωδικοποίησε τη γωνία του σχισίματος, δίδαξε την ανατομία της σπίθας – Îνας δάσκαλος του φωτός που ήταν κάποτε. Κανείς δεν Ï€Ïόσεξε – πόσο μάλλον ο ίδιος – πως πλÎον δεν φλεγόταν. Δεκαετίες αÏγότεÏα, το σκοτάδι κάτω απ' τα πλευÏά του σάλεψε ξανά. Ένα νÎο άστÏο, ωμό και βαÏÏ, άÏχισε να χτυπά. Του ζητοÏσε να φανεί ανÎτοιμος, ατελής – Îνα ζωντανό, εÏθÏαυστο πλάσμα ξανά. Îα απαντήσει σήμαινε να γκÏεμίσει την αÏχιτεκτονική που είχε γίνει. Τις διαλÎξεις, τους μαθητÎÏ‚, το αÏιστοÏÏγημα – σκαλωσιά γÏÏω από μια μόνη Ïωγμή, και η Ïωγμή Ï€Ïο Ï€Î¿Î»Î»Î¿Ï ÏƒÏ†ÏαγισμÎνη. Στεκόταν μπÏοστά στους μαθητÎÏ‚ του· το χτÏπημα εντάθηκε. Για μια στιγμή, το χÎÏι του σηκώθηκε, και ξανάπεσε. Δεκαετιών χÏυσάφι σφÏάγιζε την πληγή. Îα Ïαγίσει τώÏα σήμαινε να ομολογήσει πως ήταν ακόμα Ï€Ïάγμα που σπάει. Όχι τώÏα, είπε στον εαυτό του. ΑÏγότεÏα. Όταν η στιγμή θα του αξίζει. Πίεσε τα χÎÏια στο στήθος του. Η τοιχοποιία κÏάτησε. Κάτω απ' τα πλευÏά του, το χτÏπημα επιβÏαδÏνθηκε κι Îσβησε. Η θÎÏμη κÏÏωσε κι Îγινε πόνος – αθόÏυβος, μόνιμος. ΑπομÎνει Îνα αÏÏάγιστο σκεÏος. Ένας στιλβωμÎνος τάφος για Îνα σÏμπαν που Ï€Îθανε μÎσα στο στήθος του.
Η Τομή
Τι πεθαίνει αγÎννητο μÎσα σου;