Κώδικας του Γίγνεσθαι
Το πιο τρυφερό ψέμα σε κρατά μακριά από αυτό που γίνεσαι. Αγαπήθηκες μέχρι την ακινησία· σου λείαναν τις γωνίες, σου κοίμισαν τις πείνες, σε κράτησαν σ’ ένα φως δανεικό.
Μέχρι που, ένα πρωί, το χέρι σου κλείνει πάνω σε κάτι στο σκοτάδι. Δεν διακρίνεις το σχήμα του. Μόνο αυτό ξέρεις: δεν πρόκειται να σ’ αφήσει, και το χέρι που το σφίγγει δεν είναι πια το ίδιο.
Αυτός είναι ο κώδικας για ό,τι ακολουθεί.
Αφιερωμένο στη μητέρα μου, Ελένη, που μου έδειξε πως κρατάς το σχήμα σου μέσα στη φωτιά.
Μνήμη
Ξυπνάς κάτω από συντρίμμια. Η πέτρα που έμελλε να σε συνθλίψει έγινε το καταφύγιό σου. Σκόνη βαραίνει τη γλώσσα σου.
Μένεις ακίνητος. Πιέζεις τη ραχοκοκαλιά σου στην πέτρα κι αφήνεις το σκοτάδι να μάθει τη μορφή σου. Περνούν χρόνια πριν τ' αναγνωρίσεις ως χρόνια ενώ κουρνιάζεις πάνω απ' τις πληγές σου, τρέμοντας πως η γιατρειά θα σου τις πάρει. Μέσα από μια ρωγμή στην πέτρα – ένα αστέρι. Μετά άλλο ένα. Ύστερα τόσος ουρανός που δεν χωρά στη ρωγμή. Τα χέρια σου κινούνται πριν τη σκέψη. Τα δάχτυλα βρίσκουν τη ρωγμή, σφίγγουν, κι αρνούνται ν' αφήσουν.
Αρμονία
Η αψίδα είναι μια συνωμοσία πτώσης. Κάθε πέτρα γέρνει προς την κατάρρευση, και γέρνοντας, βαστά την επόμενη. Αναδύθηκες από τα συντρίμμια μόνος. Δεν χτίστηκες να μείνεις έτσι.
Μα το γέρσιμο έμοιαζε με πτώση, κι εσύ είχες ήδη πέσει. Λείανες τις γωνίες σου – πιστεύοντας πως το λείο σημαίνει δυνατό. Μα αυτό που αφαίρεσες από ντροπή, ήταν η ακριβής εγκοπή όπου μπορούσε να κλειδώσει μια άλλη πέτρα. Τώρα γέρνεις ξανά. Για μια ανάσα: τίποτα παρά μόνο πτώση. Μετά, μια πέτρα σε πιάνει. Την πιάνεις κι εσύ. Ό,τι έμελλε να πέσει, γίνεται αψίδα.
Αρετή
Φτάνεις σαν μετάλλευμα, μια μάζα δίχως μορφή. Βαρύς από όλα όσα δεν μπορείς ακόμη να γίνεις.
Το καμίνι δεν ζητάει άδεια. Η φωτιά βρίσκει το μετάλλευμα – πρώτα την επιφάνεια, μετά βαθύτερα – ώσπου αυτό που ήταν σκληρό να ρεύσει ελεύθερο. Στο λιώσιμο μόνο ο χαλκός βρίσκει τον κασσίτερο, και κανένας δεν βγαίνει αναλλοίωτος. Το καλούπι σπάει για να σ' αφήσει. Έπειτα το σφυρί. Κάθε χτύπος ψάχνει την κρυμμένη κοιλότητα, τη θαμμένη ρωγμή. Ο μπρούντζος δεν ψεύδεται στο σίδερο. Ό,τι ηχεί αληθινά, τραγουδά. Ό,τι είναι κούφιο, κροταλίζει. Η ακμή ήταν πάντα στο μετάλλευμα. Η φωνή ήταν πάντα δική σου – πολύ πριν τη φωτιά.
Τέλος
Μέσα στην πέτρα κοιμάται η μορφή σου. Είσαι ό,τι κρύβει το μάρμαρο απ’ το φως – ερώτηση κι απάντηση με την ίδια πνοή, περιμένοντας ένα χέρι αρκετά σταθερό ν' αφαιρέσει ό,τι δεν είσαι.
Κάθε εαυτός που θα μπορούσες να γίνεις, και κάθε εαυτός που η σμίλη θα σκοτώσει, φωλιάζει στις φλέβες σου. Το πρώτο χτύπημα είναι απώλεια: θρύψαλα πέφτουν· μαζί τους πέφτει και το σχήμα που ήσουν. Μέσα στην ωχρή πληγή, μια γραμμή αναδύεται – μία που δεν θα χάραζες ποτέ από επιλογή. Η γραμμή γίνεται μέλος. Το μέλος, στάση. Η στάση, βλέμμα. Η σμίλη πέφτει. Η πέτρα σε κοιτάζει.
Μετάνοια
Το σίδερό μου δεν ήτανε το στίγμα μου.
Ήταν η λεπίδα
που μ' έκοψε ελεύθερο.
Ο κόκκος μου δεν ήτανε η θλίψη μου.
Ήταν το μαργαριτάρι
που η πληγή μου έγινε.
Η κλίση μου δεν ήτανε η πτώση μου.
Ήταν η γέφυρα
που έγιναν οι πέτρες πέφτοντας.
Η χορδή μου δεν ήταν η θηλιά μου.
Ήταν η ένταση
που σημάδεψε το βέλος μου.
Η πέτρα μου δεν ήτανε ο τάφος μου.
Ήταν η αψίδα–
κι εγώ, το βάρος που κράτησε.
Ο τελευταίος κόκκος πέφτει
τόσο απλά όσο ο πρώτος.
Το γυαλί στέκεται ολόκληρο.
Ό,τι κράτησα, κρατά ακόμα.
Επίλογος
Έφτασες στην τελευταία σελίδα αυτού του κώδικα: στην άκρη του χάρτη, εκεί που το μελάνι σβήνει μες στο πέλαγος.
Αυτά τα αξιώματα μιλούν τη γλώσσα του μετάλλου και της ουλής, της καμάρας και της θάλασσας. Σμιλεύτηκαν από ελληνική πέτρα και από το σίδερο μιας μάνας· σφυρηλατήθηκαν σε φωτιά που δεν αφήνει όλους όρθιους. Προσφέρουν έναν τρόπο να δεις τη ζωή. Όχι τον μοναδικό.
Αν διέσχισες αυτές τις σελίδες με ειλικρίνεια, σου ζητήθηκε τίμημα: ν’ αντικρίσεις την ιστορία σου χωρίς να διστάσεις· να μείνεις στη θέση σου όσο η αλήθεια έκανε τη δουλειά της.
Μα κατάλαβε τούτο: κανείς δεν χρωστάει τον πόνο του σ’ αυτό το βιβλίο. Αυτά τα αξιώματα προϋποθέτουν έδαφος κάτω απ’ τα πόδια σου, χώρο να διαλέξεις, περιθώριο να ξαναρχίσεις. Όταν το σώμα σου, η ιστορία σου ή ο ίδιος ο κόσμος σε καθηλώνουν, απάντησε πρώτα σ’ εκείνο το βάρος· όχι σε κάποιο ιδανικό γραμμένο στο χαρτί.
Ένα μέτρο έχουν αυτά τα αξιώματα: σε ριζώνουν βαθύτερα και σ’ αφήνουν να βαστάξεις το βάρος σου χωρίς να συνθλίψεις ό,τι αγαπάς;
Αν ναι, χρησιμοποίησέ τα. Συγκρούσου μαζί τους. Άσ’ τα να γίνουν εργαλεία στα χέρια σου.
Αν κάποια δεν ταιριάξουν ποτέ, εμπιστεύσου το ένστικτό σου. Δεν ανήκει κάθε λεπίδα σε κάθε χέρι. Κι αν κάποτε ξεπεράσεις αυτό το πλαίσιο εντελώς, άσ’ το κάτω όπως αφήνεις ένα εργαλείο που τελείωσε το έργο του: με ευγνωμοσύνη, όχι μ’ ενοχή.
Αυτές οι σελίδες πέτυχαν αν σε βοήθησαν να σταθείς πιο αληθινά μέσα στη ζωή σου. Απέτυχαν αν έγιναν άλλη μια φυλακή.
Τη στιγμή που αυτός ο κώδικας μοιάζει λιγότερο με πόρτα και περισσότερο με κλειδωμένο δωμάτιο, μη συμβιβαστείς με τους τοίχους. Γκρέμισέ τους.
Πέρα από αυτές τις σελίδες, το μελάνι τελειώνει. Η καμάρα μένει ανολοκλήρωτη. Μια πέτρα ακόμα περιμένει το χέρι σου.
Τα υπόλοιπα δεν γράφονται. Χτίζονται.
– Βιτάλι Λιούτι



































