
ΊάλÎΜÏƑμα
Το κόκαλο θυμάται το ξÏλο που γεννήθηκε να κÏατά
Κάλεσμα
ΤÎλος
"Το κόκαλο θυμάται το ξÏλο που γεννήθηκε να κÏατά"
Το Κατώφλι
ΧÏόνια Îσφιγγες εÏγαλεία φτιαγμÎνα για ξÎνα χÎÏια. Η σμίλη πολεμοÏσε τα νεÏά του ξÏλου· η Ï€Îνα δεν καθόταν ποτÎ, όπως κι αν ÎγεÏνες τον καÏπό. Το καθÎνα κάθισε στην παλάμη ίσα όσο χÏειαζόταν για να μοιάζει δικό σου – αÏκετά για να βγάλεις κάλους εκεί όπου το δÎÏμα σου δεν ήταν πλασμÎνο να σκληÏÏνει. Ο πόνος Îγινε η στάση σου. Έπαψες να ακοÏÏ‚ το ξÏλο να σε αÏνείται γιατί δεν Îπαυε ποτÎ. Τα κόκαλά σου Îμαθαν το ψÎμα και είπαν τη συνήθεια άνεση. Το χÎÏι κλείνει γÏÏω από μια άλλη λαβή. Τα δάχτυλα βÏίσκουν αυλάκια που δεν ήξεÏαν πως Îψαχναν. Ο καÏπός βÏίσκει τη θÎση του. Η γωνία είναι ανάπαυση. Και τότε, πίσω από τα πλευÏά, μια αντήχηση. Σαν να ήταν όλο σου το σώμα τεντωμÎνη χοÏδή, κι αυτό να ήταν το κοÏÏδισμά της.
Η Οδός
Τα χÎÏια σου Ï„ÏÎμουν. Όχι από το βάÏος, μα απ' αυτό που ζητά. Έχεις ξαναπλανηθεί από Ï„Îτοια σιγουÏιά. Έχεις οÏκιστεί σε εÏγαλεία που σώπασαν στα χÎÏια σου. Κάθε φοÏά η ίδια σιγουÏιά. Κάθε φοÏά το ίδιο ψÎμα. Το ακουμπάς κάτω. Τα δάχτυλα ανοίγουν. Το γνώÏιμο σε τυλίγει: ονόματα, ιστοÏίες, η ÎγκÏιση όσων σε είδαν να διαλÎγεις σωστά. Î Ïώτα ÎÏχεται η ανακοÏφιση. ΎστεÏα ξαναπιάνει ο πόνος. Η αντήχηση βαθαίνει. Σε ξυπνά τις νÏχτες. Οι μÎÏες γεμίζουν θόÏυβο· ακόμα κι ο θόÏυβος υποχωÏεί. Το κάλεσμα ζει στη σιωπή όπως η μουσική κοιμάται στο ξÏλο. Δεν πεÏιμÎνει να γίνει αληθινό. ΠεÏιμÎνει χÎÏια.
Η Σκιά
Ο Αναζητητής ακοÏει τη νότα και το στÎÏνο του απαντά Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει εκείνος. Το χÎÏι του υψώνεται μια φοÏά. ΓυÏίζει πίσω. Ο φόβος του λάθους ντÏνεται με ευλάβεια. Μία νότα παιγμÎνη θα δολοφονοÏσε τη μουσική των υπολοίπων. Έτσι δεν απαντά στη νότα· τη φυλά σαν κειμήλιο. Ακουμπά το εÏγαλείο στο Ïάφι, λαδώνει τη λαβή και υπόσχεται να γυÏίσει Ï€Ïιν στεγνώσει το λάδι. Φτάνουν κι άλλα εÏγαλεία, το καθÎνα με τα δικά του νεÏά, τη δική του μικÏή απαίτηση. Τα αποκτά κι αυτά. Το Ïάφι γίνεται τοίχος. Ο τοίχος γίνεται βωμός. Τα ξεσκονίζει κατά είδος. ΜποÏεί να μιλάει με τις ÏŽÏες για ÏŒÏγανα που κÏάτησε αθώα από τα χÎÏια του. Τον Ï€Ïώτο χÏόνο λÎει: Θα γυÏίσω όταν μάθω. Τον Ï€Îμπτο: Αφοσιώθηκα στη γνώση. Στο Ï„Îλος: το κατώφλι είναι ιεÏότεÏο από τον ναό. Η σκόνη κάθεται σε κάθε άθικτη λαβή μÎσα στο μαυσωλείο που Îχτισε. Τα εÏγαλεία τον επιζοÏν: κανÎνα φθαÏμÎνο από χÏήση, κανÎνα μαθημÎνο να Ï„Ïαγουδά. ■Η Έντιμη άκουσε τη νότα κάποτε, νÎα ακόμα, Ï€Ïιν καταλάβει τι θα της κοστίσει. Η αντήχηση ήταν αναμφισβήτητη· το ίδιο κι η απαίτησή της: να απογοητεÏσει όλους όσοι είχαν ήδη διαλÎξει το φοÏτίο της για λογαÏιασμό της. Το σκεπάÏνι του πατÎÏα της πεÏίμενε στη γωνία· μÏÏιζε πεÏκο και παλιό ιδÏώτα, γυαλισμÎνο εκεί όπου το είχε πιάσει η παλάμη του. Διάλεξε το φοÏτίο που της είχαν γυαλίσει. Î Ïώτα είπε την αντήχηση νιότη. ΎστεÏα εγωισμό. ΎστεÏα αχαÏιστία. Κι όταν η αντήχηση, από τόση άÏνηση, Îγινε ψίθυÏος, είπε τη σιωπή απόδειξη. Σηκώνει το σκεπάÏνι και το λÎει χÏÎος. Κάθε Ï€Ïωί ξυπνά με το βάÏος του· κάθε χτÏπημα Ï„Ïαντάζει κόκαλα πλασμÎνα για άλλη γωνία. Χτίζει θÏησκεία γÏÏω απ' τον πόνο: όχι κάλεσμα, δοκιμασία. Πεθαίνει με τη λάθος λαβή στη χοÏφτα, κουφή από τη νότα που Îθαψε ζωντανή. Κάπου, το αληθινό της εÏγαλείο αναπαÏεται σε ξÎνο χÎÏι, μαθαίνοντάς του τη λαβή που τα δικά της κόκαλα λαξεÏτηκαν για να κÏατοÏν.
Η Τομή
Ποια λαβή ακοÏμπησες κάτω και την είπες σÏνεση;
Κάλεσμα
"Το κόκαλο θυμάται το ξÏλο που γεννήθηκε να κÏατά"
ΤÎλος

ΊάλÎΜÏƑμα
Το κόκαλο θυμάται το ξÏλο που γεννήθηκε να κÏατά
Το Κατώφλι
ΧÏόνια Îσφιγγες εÏγαλεία φτιαγμÎνα για ξÎνα χÎÏια. Η σμίλη πολεμοÏσε τα νεÏά του ξÏλου· η Ï€Îνα δεν καθόταν ποτÎ, όπως κι αν ÎγεÏνες τον καÏπό. Το καθÎνα κάθισε στην παλάμη ίσα όσο χÏειαζόταν για να μοιάζει δικό σου – αÏκετά για να βγάλεις κάλους εκεί όπου το δÎÏμα σου δεν ήταν πλασμÎνο να σκληÏÏνει. Ο πόνος Îγινε η στάση σου. Έπαψες να ακοÏÏ‚ το ξÏλο να σε αÏνείται γιατί δεν Îπαυε ποτÎ. Τα κόκαλά σου Îμαθαν το ψÎμα και είπαν τη συνήθεια άνεση. Το χÎÏι κλείνει γÏÏω από μια άλλη λαβή. Τα δάχτυλα βÏίσκουν αυλάκια που δεν ήξεÏαν πως Îψαχναν. Ο καÏπός βÏίσκει τη θÎση του. Η γωνία είναι ανάπαυση. Και τότε, πίσω από τα πλευÏά, μια αντήχηση. Σαν να ήταν όλο σου το σώμα τεντωμÎνη χοÏδή, κι αυτό να ήταν το κοÏÏδισμά της.
Η Οδός
Τα χÎÏια σου Ï„ÏÎμουν. Όχι από το βάÏος, μα απ' αυτό που ζητά. Έχεις ξαναπλανηθεί από Ï„Îτοια σιγουÏιά. Έχεις οÏκιστεί σε εÏγαλεία που σώπασαν στα χÎÏια σου. Κάθε φοÏά η ίδια σιγουÏιά. Κάθε φοÏά το ίδιο ψÎμα. Το ακουμπάς κάτω. Τα δάχτυλα ανοίγουν. Το γνώÏιμο σε τυλίγει: ονόματα, ιστοÏίες, η ÎγκÏιση όσων σε είδαν να διαλÎγεις σωστά. Î Ïώτα ÎÏχεται η ανακοÏφιση. ΎστεÏα ξαναπιάνει ο πόνος. Η αντήχηση βαθαίνει. Σε ξυπνά τις νÏχτες. Οι μÎÏες γεμίζουν θόÏυβο· ακόμα κι ο θόÏυβος υποχωÏεί. Το κάλεσμα ζει στη σιωπή όπως η μουσική κοιμάται στο ξÏλο. Δεν πεÏιμÎνει να γίνει αληθινό. ΠεÏιμÎνει χÎÏια.
Η Σκιά
Ο Αναζητητής ακοÏει τη νότα και το στÎÏνο του απαντά Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει εκείνος. Το χÎÏι του υψώνεται μια φοÏά. ΓυÏίζει πίσω. Ο φόβος του λάθους ντÏνεται με ευλάβεια. Μία νότα παιγμÎνη θα δολοφονοÏσε τη μουσική των υπολοίπων. Έτσι δεν απαντά στη νότα· τη φυλά σαν κειμήλιο. Ακουμπά το εÏγαλείο στο Ïάφι, λαδώνει τη λαβή και υπόσχεται να γυÏίσει Ï€Ïιν στεγνώσει το λάδι. Φτάνουν κι άλλα εÏγαλεία, το καθÎνα με τα δικά του νεÏά, τη δική του μικÏή απαίτηση. Τα αποκτά κι αυτά. Το Ïάφι γίνεται τοίχος. Ο τοίχος γίνεται βωμός. Τα ξεσκονίζει κατά είδος. ΜποÏεί να μιλάει με τις ÏŽÏες για ÏŒÏγανα που κÏάτησε αθώα από τα χÎÏια του. Τον Ï€Ïώτο χÏόνο λÎει: Θα γυÏίσω όταν μάθω. Τον Ï€Îμπτο: Αφοσιώθηκα στη γνώση. Στο Ï„Îλος: το κατώφλι είναι ιεÏότεÏο από τον ναό. Η σκόνη κάθεται σε κάθε άθικτη λαβή μÎσα στο μαυσωλείο που Îχτισε. Τα εÏγαλεία τον επιζοÏν: κανÎνα φθαÏμÎνο από χÏήση, κανÎνα μαθημÎνο να Ï„Ïαγουδά. ■Η Έντιμη άκουσε τη νότα κάποτε, νÎα ακόμα, Ï€Ïιν καταλάβει τι θα της κοστίσει. Η αντήχηση ήταν αναμφισβήτητη· το ίδιο κι η απαίτησή της: να απογοητεÏσει όλους όσοι είχαν ήδη διαλÎξει το φοÏτίο της για λογαÏιασμό της. Το σκεπάÏνι του πατÎÏα της πεÏίμενε στη γωνία· μÏÏιζε πεÏκο και παλιό ιδÏώτα, γυαλισμÎνο εκεί όπου το είχε πιάσει η παλάμη του. Διάλεξε το φοÏτίο που της είχαν γυαλίσει. Î Ïώτα είπε την αντήχηση νιότη. ΎστεÏα εγωισμό. ΎστεÏα αχαÏιστία. Κι όταν η αντήχηση, από τόση άÏνηση, Îγινε ψίθυÏος, είπε τη σιωπή απόδειξη. Σηκώνει το σκεπάÏνι και το λÎει χÏÎος. Κάθε Ï€Ïωί ξυπνά με το βάÏος του· κάθε χτÏπημα Ï„Ïαντάζει κόκαλα πλασμÎνα για άλλη γωνία. Χτίζει θÏησκεία γÏÏω απ' τον πόνο: όχι κάλεσμα, δοκιμασία. Πεθαίνει με τη λάθος λαβή στη χοÏφτα, κουφή από τη νότα που Îθαψε ζωντανή. Κάπου, το αληθινό της εÏγαλείο αναπαÏεται σε ξÎνο χÎÏι, μαθαίνοντάς του τη λαβή που τα δικά της κόκαλα λαξεÏτηκαν για να κÏατοÏν.
Η Τομή
Ποια λαβή ακοÏμπησες κάτω και την είπες σÏνεση;