Μνήμη
Μένεις ακίνητος. Πιέζεις τη ραχοκοκαλιά σου στην πέτρα κι αφήνεις το σκοτάδι να μάθει τη μορφή σου. Περνούν χρόνια πριν τ' αναγνωρίσεις ως χρόνια ενώ κουρνιάζεις πάνω απ' τις πληγές σου, τρέμοντας πως η γιατρειά θα σου τις πάρει. Μέσα από μια ρωγμή στην πέτρα – ένα αστέρι. Μετά άλλο ένα. Ύστερα τόσος ουρανός που δεν χωρά στη ρωγμή. Τα χέρια σου κινούνται πριν τη σκέψη. Τα δάχτυλα βρίσκουν τη ρωγμή, σφίγγουν, κι αρνούνται ν' αφήσουν.








