Θάμβος
Μνήμη
"Η φωτιά που ζεσταίνει τα χÎÏια πνίγει Ï„' άστÏα"
Το Κατώφλι
ΤÏίξιμο ξÏλου, σφÏÏιγμα της Ïετσίνας· Ï€Ïόσωπα ανθίζουν και χάνονται στο Ï„Ïεμόφωτο. Î Ïιν από τα ονόματα, υπήÏχε η φωτιά. Î ÎÏα απ’ τον κÏκλο: Îνα σκοτάδι που κανείς δεν τολμά να ονομάσει. Μια νÏχτα οι φλόγες χαμηλώνουν. Η λάμψη Ï€Îφτει σε χόβολη, κι η οÏοφή του κόσμου ξηλώνεται. Στίγματα φωτός· το καθÎνα μια φωτιά Ï€Î¿Î»Ï Î¼Î±ÎºÏινή για να σε ζεστάνει. Τα μπÏάτσα σου πονοÏν κάτω απ’ τα ξÏλα. Μια κίνηση θα ξανάÏαβε την οÏοφή. Η ζÎστη θα γυÏίσει. Τ’ άστÏα θα πνιγοÏν ξανά. Αφήνεις τα ξÏλα να Ï€Îσουν.
Η Οδός
Τα ξÏλα στο χώμα. Έξω απ’ τη ζÎστη, το κÏÏο βÏίσκει το κόκαλο. Η φωτιά μικÏαίνει: Îνα νόμισμα φωτός στο απÎÏαντο σκοτεινό δάπεδο. Όταν επιστÏÎφεις στον κÏκλο, κάθεσαι πάλι ανάμεσά τους. Η ζÎστη σταματά στο δÎÏμα. Λες τι πεÏιμÎνει Ï€ÎÏα απ’ τις φλόγες. Σε ακοÏν. ΤαÎζουν τη φωτιά. Δεν σε ακολουθοÏν Îξω. Κάθεσαι αÏκετά κοντά για να ζεστάνεις τα χÎÏια σου. ΠοτΠπιο κοντά. Κάποιες νÏχτες, το χÎÏι σου απλώνεται Ï€Ïος τα ξÏλα, και σταματά. Το κÏÏο χάνει τα δόντια του. Και κάποιες φοÏÎÏ‚, Ï€ÎÏα απ’ τις φλόγες, συναντάς βλÎμματα που κι αυτά κοιτοÏν ψηλά.
Η Σκιά
Ο Ευλαβής κοίταξε ψηλά μόνο μία φοÏά. Ήταν εννιά χÏονών, και η μητÎÏα του δεν είχε γυÏίσει. ΑνÎβηκε τον λόφο πίσω απ’ τον καταυλισμό κι Îμεινε με το Ï€Ïόσωπο στÏαμμÎνο στον ουÏανό ώσπου ο λαιμός του πόνεσε, πεÏιμÎνοντας μια φωνή που ήξεÏε το όνομά του. Ο ουÏανός δεν του Ï€ÏόσφεÏε οÏτε φωνή οÏτε σιωπή, μόνο μια ατάÏαχη αδιαφοÏία που κατάπιε το Ï€Îνθος του δίχως τον παÏαμικÏÏŒ κυματισμό. Ήταν Ï€Î¿Î»Ï Î¼Î¹ÎºÏός για να τον βοηθήσει. Î Î¿Î»Ï Î¼Î¹ÎºÏός για να Ï€ÏοσÎξει πως ήταν εκεί. ΈτÏεξε πίσω. Όταν Îφτασε στον καταυλισμό, η φωτιά Îκαιγε ακόμα. Μπήκε τυφλά στον κÏκλο και βÏθισε το Ï€Ïόσωπό του στο μανίκι της γιαγιάς του. Ο καπνός Ï„Î¿Ï Îτσουξε τα μάτια. Δεν τα σκοÏπισε. Δεν τα ξανασήκωσε στον ουÏανό. ΤώÏα χτίζει ψηλά τη φωτιά. ΨηλότεÏα. Ρίχνει μÎσα ÏŒ,τι καίγεται, ώσπου οι φλόγες ανεβαίνουν και στήνουν ταβάνι ανάμεσα στον κÏκλο και στο σκοτάδι. Μόλις ο κÏκλος αÏαιώσει, τον γεμίζει: άλλο Îνα κοÏτσουÏο, άλλη μια ιστοÏία. Παιδιά αποκοιμιοÏνται πιο εÏκολα μÎσα στη λάμψη που φÏοντίζει. Κανείς δεν ξÎÏει πως κάτι Îχει κÏυφτεί. Ένα βÏάδυ μια γυναίκα μÎνει αφότου φÏγουν οι υπόλοιποι. Οι φλόγες χαμηλώνουν. Πάνω τους, το ταβάνι ξηλώνεται. Κοιτάζει ψηλά. Το Ï€Ïόσωπό της ανοίγει. Εκείνος απλώνει ήδη το χÎÏι στα ξÏλα. Οι φλόγες πηδοÏν. Ανοιγοκλείνει τα μάτια, γυÏνά στη φωτιά και Ï„Ïίβει τα χÎÏια της. ΖÎστανε, λÎει. ΓνÎφει. Ο λαιμός του Îχει ξεχάσει την κλίση. Από πάνω, τ’ αστÎÏια συνεχίζουν. ■Η ΦωτισμÎνη βγαίνει στο σκοτάδι και θÏυμματίζεται. Το άπειÏο ξεχÏνεται μÎσα της, διαβÏώνοντας τα ÏŒÏιά της. Για Ï„Ïεις νÏχτες, οÏτε το ίδιο της το όνομα δεν τη χωÏά. ΕπιστÏÎφει με το σκοτάδι ακόμα σφηνωμÎνο πίσω απ’ τα μάτια της και αÏχίζει να μιλά. Όχι γι’ αυτό που είδε. Γι’ αυτό που σημαίνει. ΚαÏφώνει ονόματα στο κενό: αυτή η σιωπή είναι μοναξιά· εκείνο το βάθος, Îνας θεός. Χτίζει μια ιστοÏία τόσο φωτεινή που απλώνει τη δική της οÏοφή μπÏοστά στον ουÏανό. Οι μαθητÎÏ‚ ÎÏχονται, ευγνώμονες για τα ονόματα. Αποστηθίζουν αυτά που κάÏφωσε στο σκοτάδι και μαθαίνουν Ï€Î¿Ï Î±Î½Î®ÎºÎµÎ¹ κάθε Ï„Ïόμος. Μία απ’ αυτÎÏ‚ – νεαÏή, με μάτια ακόμα υγÏά – Ï€ÏοφÎÏει τις λÎξεις με τη χÏοιά που της Îμαθαν, κι η φÏάση φτάνει στο στόμα της Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει το στήθος της να σηκωθεί. Όταν η φωτιά σβήνει και φανεÏώνονται τ’ αστÎÏια, ξÎÏουν τι να πουν Ï€ÏÎ¿Ï„Î¿Ï Î¼Î¬Î¸Î¿Ï…Î½ πώς να κοιτάξουν. Κάθε μυστήÏιο λυμÎνο Ï€Ïιν ανοίξει. Κάθε Ï„Ïόμος βαφτισμÎνος Ï€Ïιν δαγκώσει. Ένας-Îνας, παÏουν να Ï„ÏÎμουν. Ένας-Îνας, παÏουν να κοιτοÏν ψηλά. Η ΦωτισμÎνη γνωÏίζει τι κάνει το σκοτάδι στα ÏŒÏιά της. ΦÏόντισε να μην το νιώσουν αυτοί ποτÎ. Από πάνω, ο ουÏανός φλÎγεται ακόμα.
Η Τομή
Ποιο ταβάνι σήκωσες ανάμεσα σ' εσÎνα και τον ουÏανό;
Θάμβος
"Η φωτιά που ζεσταίνει τα χÎÏια πνίγει Ï„' άστÏα"
Μνήμη

Θάμβος
Η φωτιά που ζεσταίνει τα χÎÏια πνίγει Ï„' άστÏα
Το Κατώφλι
ΤÏίξιμο ξÏλου, σφÏÏιγμα της Ïετσίνας· Ï€Ïόσωπα ανθίζουν και χάνονται στο Ï„Ïεμόφωτο. Î Ïιν από τα ονόματα, υπήÏχε η φωτιά. Î ÎÏα απ’ τον κÏκλο: Îνα σκοτάδι που κανείς δεν τολμά να ονομάσει. Μια νÏχτα οι φλόγες χαμηλώνουν. Η λάμψη Ï€Îφτει σε χόβολη, κι η οÏοφή του κόσμου ξηλώνεται. Στίγματα φωτός· το καθÎνα μια φωτιά Ï€Î¿Î»Ï Î¼Î±ÎºÏινή για να σε ζεστάνει. Τα μπÏάτσα σου πονοÏν κάτω απ’ τα ξÏλα. Μια κίνηση θα ξανάÏαβε την οÏοφή. Η ζÎστη θα γυÏίσει. Τ’ άστÏα θα πνιγοÏν ξανά. Αφήνεις τα ξÏλα να Ï€Îσουν.
Η Οδός
Τα ξÏλα στο χώμα. Έξω απ’ τη ζÎστη, το κÏÏο βÏίσκει το κόκαλο. Η φωτιά μικÏαίνει: Îνα νόμισμα φωτός στο απÎÏαντο σκοτεινό δάπεδο. Όταν επιστÏÎφεις στον κÏκλο, κάθεσαι πάλι ανάμεσά τους. Η ζÎστη σταματά στο δÎÏμα. Λες τι πεÏιμÎνει Ï€ÎÏα απ’ τις φλόγες. Σε ακοÏν. ΤαÎζουν τη φωτιά. Δεν σε ακολουθοÏν Îξω. Κάθεσαι αÏκετά κοντά για να ζεστάνεις τα χÎÏια σου. ΠοτΠπιο κοντά. Κάποιες νÏχτες, το χÎÏι σου απλώνεται Ï€Ïος τα ξÏλα, και σταματά. Το κÏÏο χάνει τα δόντια του. Και κάποιες φοÏÎÏ‚, Ï€ÎÏα απ’ τις φλόγες, συναντάς βλÎμματα που κι αυτά κοιτοÏν ψηλά.
Η Σκιά
Ο Ευλαβής κοίταξε ψηλά μόνο μία φοÏά. Ήταν εννιά χÏονών, και η μητÎÏα του δεν είχε γυÏίσει. ΑνÎβηκε τον λόφο πίσω απ’ τον καταυλισμό κι Îμεινε με το Ï€Ïόσωπο στÏαμμÎνο στον ουÏανό ώσπου ο λαιμός του πόνεσε, πεÏιμÎνοντας μια φωνή που ήξεÏε το όνομά του. Ο ουÏανός δεν του Ï€ÏόσφεÏε οÏτε φωνή οÏτε σιωπή, μόνο μια ατάÏαχη αδιαφοÏία που κατάπιε το Ï€Îνθος του δίχως τον παÏαμικÏÏŒ κυματισμό. Ήταν Ï€Î¿Î»Ï Î¼Î¹ÎºÏός για να τον βοηθήσει. Î Î¿Î»Ï Î¼Î¹ÎºÏός για να Ï€ÏοσÎξει πως ήταν εκεί. ΈτÏεξε πίσω. Όταν Îφτασε στον καταυλισμό, η φωτιά Îκαιγε ακόμα. Μπήκε τυφλά στον κÏκλο και βÏθισε το Ï€Ïόσωπό του στο μανίκι της γιαγιάς του. Ο καπνός Ï„Î¿Ï Îτσουξε τα μάτια. Δεν τα σκοÏπισε. Δεν τα ξανασήκωσε στον ουÏανό. ΤώÏα χτίζει ψηλά τη φωτιά. ΨηλότεÏα. Ρίχνει μÎσα ÏŒ,τι καίγεται, ώσπου οι φλόγες ανεβαίνουν και στήνουν ταβάνι ανάμεσα στον κÏκλο και στο σκοτάδι. Μόλις ο κÏκλος αÏαιώσει, τον γεμίζει: άλλο Îνα κοÏτσουÏο, άλλη μια ιστοÏία. Παιδιά αποκοιμιοÏνται πιο εÏκολα μÎσα στη λάμψη που φÏοντίζει. Κανείς δεν ξÎÏει πως κάτι Îχει κÏυφτεί. Ένα βÏάδυ μια γυναίκα μÎνει αφότου φÏγουν οι υπόλοιποι. Οι φλόγες χαμηλώνουν. Πάνω τους, το ταβάνι ξηλώνεται. Κοιτάζει ψηλά. Το Ï€Ïόσωπό της ανοίγει. Εκείνος απλώνει ήδη το χÎÏι στα ξÏλα. Οι φλόγες πηδοÏν. Ανοιγοκλείνει τα μάτια, γυÏνά στη φωτιά και Ï„Ïίβει τα χÎÏια της. ΖÎστανε, λÎει. ΓνÎφει. Ο λαιμός του Îχει ξεχάσει την κλίση. Από πάνω, τ’ αστÎÏια συνεχίζουν. ■Η ΦωτισμÎνη βγαίνει στο σκοτάδι και θÏυμματίζεται. Το άπειÏο ξεχÏνεται μÎσα της, διαβÏώνοντας τα ÏŒÏιά της. Για Ï„Ïεις νÏχτες, οÏτε το ίδιο της το όνομα δεν τη χωÏά. ΕπιστÏÎφει με το σκοτάδι ακόμα σφηνωμÎνο πίσω απ’ τα μάτια της και αÏχίζει να μιλά. Όχι γι’ αυτό που είδε. Γι’ αυτό που σημαίνει. ΚαÏφώνει ονόματα στο κενό: αυτή η σιωπή είναι μοναξιά· εκείνο το βάθος, Îνας θεός. Χτίζει μια ιστοÏία τόσο φωτεινή που απλώνει τη δική της οÏοφή μπÏοστά στον ουÏανό. Οι μαθητÎÏ‚ ÎÏχονται, ευγνώμονες για τα ονόματα. Αποστηθίζουν αυτά που κάÏφωσε στο σκοτάδι και μαθαίνουν Ï€Î¿Ï Î±Î½Î®ÎºÎµÎ¹ κάθε Ï„Ïόμος. Μία απ’ αυτÎÏ‚ – νεαÏή, με μάτια ακόμα υγÏά – Ï€ÏοφÎÏει τις λÎξεις με τη χÏοιά που της Îμαθαν, κι η φÏάση φτάνει στο στόμα της Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει το στήθος της να σηκωθεί. Όταν η φωτιά σβήνει και φανεÏώνονται τ’ αστÎÏια, ξÎÏουν τι να πουν Ï€ÏÎ¿Ï„Î¿Ï Î¼Î¬Î¸Î¿Ï…Î½ πώς να κοιτάξουν. Κάθε μυστήÏιο λυμÎνο Ï€Ïιν ανοίξει. Κάθε Ï„Ïόμος βαφτισμÎνος Ï€Ïιν δαγκώσει. Ένας-Îνας, παÏουν να Ï„ÏÎμουν. Ένας-Îνας, παÏουν να κοιτοÏν ψηλά. Η ΦωτισμÎνη γνωÏίζει τι κάνει το σκοτάδι στα ÏŒÏιά της. ΦÏόντισε να μην το νιώσουν αυτοί ποτÎ. Από πάνω, ο ουÏανός φλÎγεται ακόμα.
Η Τομή
Ποιο ταβάνι σήκωσες ανάμεσα σ' εσÎνα και τον ουÏανό;