
ΕνθÏμηÏƑη
Μόνο το ξÏλο ξÎÏει ποιος δακτÏλιος είναι η καταιγίδα
ΕνθÏμηση
Μνήμη
"Μόνο το ξÏλο ξÎÏει ποιος δακτÏλιος είναι η καταιγίδα"
Το Κατώφλι
Η καταιγίδα Îγινε ανάμνηση. Το κλαδί που ξÎσκισε χάθηκε· ο Ïόζος μÎνει – μια σκοτεινή δίνη εκεί όπου η ίνα αÏνήθηκε να υποχωÏήσει. ÎŒ,τι αποκόπηκε, Îχασε το όνομά του. Μετά, άνοιξη. Ο χυμός ανεβαίνει, συναντά τη δίνη. Η ίνα κάμπτεται. Το κουβαλάς τόσο καιÏÏŒ που δεν ξεχωÏίζεις: μεγάλωσες γÏÏω απ' την πληγή, ή μÎσα της;
Η Οδός
ΜετÏάς τους δακτυλίους. Εκεί· η χÏονιά που σχίστηκε το ξÏλο. Από τότε η ίνα δεν Ï„ÏÎχει πια ίσια. Î Ïώτα, η παÏÏŒÏμηση να γείÏεις – να γυμνώσεις την ουλή σε κάθε διαβάτη. Έπειτα, η βίαιη ανάγκη να πιÎσεις την ίνα να ισιώσει, Ï„Ïαβώντας τον κοÏμό τεντωμÎνο ωσότου να εξαφανιστεί ο Ïόζος. Όμως ο Ïόζος είναι συμπιεσμÎνο ξÏλο. Δεν υποχωÏεί. Έτσι μεγαλώνεις. ΟÏτε Ï€Ïος την πληγή. ΟÏτε μακÏιά της. Άλλος Îνας δακτÏλιος. Κι άλλος Îνας. ΚαθÎνας αγγίζει τον Ïόζο στο Ï€ÎÏασμά του. ΚαθÎνας Ï€ÏοχωÏά. Την άνοιξη, Îνα πουλί κάθεται εκεί που κάποτε ήταν το κομμÎνο κλαδί. Δεν Îχτισες φωλιά γι' αυτό. Το μεγάλωμα σου τη σκάλισε. Ο Ïόζος γίνεται μια δίνη ανάμεσα σε τόσες άλλες. Μόνο το ξÏλο ξÎÏει ποιος δακτÏλιος είναι η καταιγίδα.
Η Σκιά
Η Άμεμπτη θÏÎφει τον φλοιό· λιμοκτονεί το καÏδιόξυλο. Κάνει την καταιγίδα ψεγάδι για να μην την πενθήσει. ΠιÎζει την ίνα να ισιώσει, αÏνοÏμενη να πιει απ' τα βαθιά. Ήταν Ï€Î¿Î»Ï ÎºÎ±Î¹ÏÏŒ Ï€Ïιν, λÎει. Το ξÏλο Îκλεισε. Μια άνοιξη, Îνα παιδί χαÏάζει Ï„' αÏχικά του στο φλοιό της. Το μαχαίÏι γλιστÏάει μÎσα, βÏίσκοντας μόνο αÎÏα. Το κενό που αÏνιόταν χάσκει ανοιχτό στον ουÏανό. ΣπÏώχνει ψηλά, στηÏιγμÎνη στον αÏÏαγή φλοιό· ώσπου η κόμη βαÏαίνει πάÏα Ï€Î¿Î»Ï Î³Î¹Î± μια καÏδιά που δεν κÏατά τίποτα. Στην εγκάÏσια τομή: κενό εκεί όπου θα 'Ï€Ïεπε να πάλλεται το καÏδιόξυλο. Ο Ïόζος στÎκει στο κÎντÏο, ανÎπαφος. Κάθε δακτÏλιος μεγάλωσε γÏÏω του. Κανείς δεν Ï€ÎÏασε μÎσα. ■Ο Διάφανος μεγαλώνει μόνο Ï€Ïος τον Ïόζο. Ένας ταξιδιώτης ξαπόστασε στη σκιά του. Επαίνεσε τα φÏλλα· Îφυγε χωÏίς να δει τον Ïόζο. Έμαθε να γÎÏνει. Îα γυÏίζει τη Ïωγμή σε κάθε επισκÎπτη ωσότου να μη βλÎπουν τίποτε άλλο. Μια φοÏά, δοÏλεψε. Ένας ξÎνος σταμάτησε κάτω, κοίταξε ψηλά. Το βλÎπω, είπε, κι Îμεινε. Η πληγή βÏήκε μάÏτυÏα. Κάτι στην ίνα ίσιωσε. Σχεδόν. Ο ξÎνος Ï€ÏοχώÏησε. Η ίνα γÏÏισε πίσω. Είχε όμως μάθει το σχήμα του ίσιου. ΧÏόνια αÏγότεÏα, μια ταξιδιώτισσα σταματά κάτω. Πόσο ζωντανός δείχνεις, λÎει. Και το εννοεί. Λυγίζεται να γυμνώσει τη σαπίλα. Ο άνεμος ÎÏχεται Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει. Ο κοÏμός σχίζεται ακÏιβώς πάνω στη Ïωγμή που μια ζωή ικÎτευε τον κόσμο να μαÏτυÏήσει.
Η Τομή
Ποιο Ï€Îνθος κουβαλάς με ίσια πλάτη;
ΕνθÏμηση
"Μόνο το ξÏλο ξÎÏει ποιος δακτÏλιος είναι η καταιγίδα"
Μνήμη

ΕνθÏμηÏƑη
Μόνο το ξÏλο ξÎÏει ποιος δακτÏλιος είναι η καταιγίδα
Το Κατώφλι
Η καταιγίδα Îγινε ανάμνηση. Το κλαδί που ξÎσκισε χάθηκε· ο Ïόζος μÎνει – μια σκοτεινή δίνη εκεί όπου η ίνα αÏνήθηκε να υποχωÏήσει. ÎŒ,τι αποκόπηκε, Îχασε το όνομά του. Μετά, άνοιξη. Ο χυμός ανεβαίνει, συναντά τη δίνη. Η ίνα κάμπτεται. Το κουβαλάς τόσο καιÏÏŒ που δεν ξεχωÏίζεις: μεγάλωσες γÏÏω απ' την πληγή, ή μÎσα της;
Η Οδός
ΜετÏάς τους δακτυλίους. Εκεί· η χÏονιά που σχίστηκε το ξÏλο. Από τότε η ίνα δεν Ï„ÏÎχει πια ίσια. Î Ïώτα, η παÏÏŒÏμηση να γείÏεις – να γυμνώσεις την ουλή σε κάθε διαβάτη. Έπειτα, η βίαιη ανάγκη να πιÎσεις την ίνα να ισιώσει, Ï„Ïαβώντας τον κοÏμό τεντωμÎνο ωσότου να εξαφανιστεί ο Ïόζος. Όμως ο Ïόζος είναι συμπιεσμÎνο ξÏλο. Δεν υποχωÏεί. Έτσι μεγαλώνεις. ΟÏτε Ï€Ïος την πληγή. ΟÏτε μακÏιά της. Άλλος Îνας δακτÏλιος. Κι άλλος Îνας. ΚαθÎνας αγγίζει τον Ïόζο στο Ï€ÎÏασμά του. ΚαθÎνας Ï€ÏοχωÏά. Την άνοιξη, Îνα πουλί κάθεται εκεί που κάποτε ήταν το κομμÎνο κλαδί. Δεν Îχτισες φωλιά γι' αυτό. Το μεγάλωμα σου τη σκάλισε. Ο Ïόζος γίνεται μια δίνη ανάμεσα σε τόσες άλλες. Μόνο το ξÏλο ξÎÏει ποιος δακτÏλιος είναι η καταιγίδα.
Η Σκιά
Η Άμεμπτη θÏÎφει τον φλοιό· λιμοκτονεί το καÏδιόξυλο. Κάνει την καταιγίδα ψεγάδι για να μην την πενθήσει. ΠιÎζει την ίνα να ισιώσει, αÏνοÏμενη να πιει απ' τα βαθιά. Ήταν Ï€Î¿Î»Ï ÎºÎ±Î¹ÏÏŒ Ï€Ïιν, λÎει. Το ξÏλο Îκλεισε. Μια άνοιξη, Îνα παιδί χαÏάζει Ï„' αÏχικά του στο φλοιό της. Το μαχαίÏι γλιστÏάει μÎσα, βÏίσκοντας μόνο αÎÏα. Το κενό που αÏνιόταν χάσκει ανοιχτό στον ουÏανό. ΣπÏώχνει ψηλά, στηÏιγμÎνη στον αÏÏαγή φλοιό· ώσπου η κόμη βαÏαίνει πάÏα Ï€Î¿Î»Ï Î³Î¹Î± μια καÏδιά που δεν κÏατά τίποτα. Στην εγκάÏσια τομή: κενό εκεί όπου θα 'Ï€Ïεπε να πάλλεται το καÏδιόξυλο. Ο Ïόζος στÎκει στο κÎντÏο, ανÎπαφος. Κάθε δακτÏλιος μεγάλωσε γÏÏω του. Κανείς δεν Ï€ÎÏασε μÎσα. ■Ο Διάφανος μεγαλώνει μόνο Ï€Ïος τον Ïόζο. Ένας ταξιδιώτης ξαπόστασε στη σκιά του. Επαίνεσε τα φÏλλα· Îφυγε χωÏίς να δει τον Ïόζο. Έμαθε να γÎÏνει. Îα γυÏίζει τη Ïωγμή σε κάθε επισκÎπτη ωσότου να μη βλÎπουν τίποτε άλλο. Μια φοÏά, δοÏλεψε. Ένας ξÎνος σταμάτησε κάτω, κοίταξε ψηλά. Το βλÎπω, είπε, κι Îμεινε. Η πληγή βÏήκε μάÏτυÏα. Κάτι στην ίνα ίσιωσε. Σχεδόν. Ο ξÎνος Ï€ÏοχώÏησε. Η ίνα γÏÏισε πίσω. Είχε όμως μάθει το σχήμα του ίσιου. ΧÏόνια αÏγότεÏα, μια ταξιδιώτισσα σταματά κάτω. Πόσο ζωντανός δείχνεις, λÎει. Και το εννοεί. Λυγίζεται να γυμνώσει τη σαπίλα. Ο άνεμος ÎÏχεται Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει. Ο κοÏμός σχίζεται ακÏιβώς πάνω στη Ïωγμή που μια ζωή ικÎτευε τον κόσμο να μαÏτυÏήσει.
Η Τομή
Ποιο Ï€Îνθος κουβαλάς με ίσια πλάτη;