Κληρονομιά

"Γίνεσαι η κόψη που σε χάραξε"

Κληρονομιά — Μνήμη, Axiomata

Μνήμη

Σουρεαλιστική ψηφιακή απεικόνιση σπαθιού σε σκοτεινό έναστρο φόντο. Η λεπίδα αποκαλύπτει λαμπερό ανθικό μοτίβο σε ζωηρό ροδακινί και τυρκουάζ.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Γίνεσαι η κόψη που σε χάραξε

Το Κατώφλι

Σφυρηλατήθηκες πριν αποκτήσεις όνομα. Δύο μέταλλα διπλωμένα μες στη φωτιά: το ένα λαμπρό, το άλλο σκοτεινό. Το σκοτεινό άνοιξε πρώτο και ήπιε τη θέρμη ως μέσα. Το λαμπρό κράτησε τη γραμμή του, ώσπου το καμίνι να μην έχει τίποτ' άλλο να δώσει. Το σφυρί έπεσε. Σηκώθηκε. Έπεσε. Το λαμπρό μέταλλο στρίγκλισε: μια οξεία νότα που λέπτυνε πέρα απ' την ακοή. Κάθε χτύπημα δίπλωνε όσα δεν διάλεξες στο μέταλλο που σε διάλεξε. Στη βαφή, το σφύριγμα γίνεται ατμός· η λεπίδα δένεται σύσσωμη στα νερά της. Ψάχνεις τη ραφή. Βρίσκεις μόνο ράχη.

Η Οδός

Η λεπίδα αναπαύεται. Ύστερα πάλι φωτιά, πιο χαμηλή αυτή τη φορά. Αχυρένιο στην κόψη, χάλκινο στο σώμα, βαθύ μπλε στη ράχη· κάτω απ' τα χρώματα, η σκοτεινή φλέβα ακόμη κρατάει. Θέλεις να είσαι μόνο ό,τι πιάνει το φως, κι έτσι πιέζεις τον εαυτό σου πάνω στον τροχό με όλο σου το βάρος. Όταν πέφτει το αληθινό χτύπημα, αυτό που φτιάχτηκε για να σε συντρίψει, σφίγγεσαι· περιμένεις τα κομμάτια σου να πέσουν. Δεν πέφτουν. Ο κραδασμός διατρέχει την κόψη, βρίσκει τη σκοτεινή φλέβα και σβήνει. Ο αντίχειράς σου ψηλαφίζει το σύνορο όπου το στίλβωμα λεπταίνει κι η σκοτεινή φλέβα κρατά. Μόνο εκεί ομολογεί η λεπίδα: η κόψη ήταν για την τομή· η ράχη, για το τίμημα.

Η Σκιά

Ο Άθικτος μαθήτευσε στον τροχό του πατέρα του. Εκεί, κάθε ατέλεια ήταν ντροπή· κάθε λάμψη, απόδειξη πως άξιζε να μείνει. Μαθαίνει πως η λάμψη είναι πιο ασφαλής πριν από τη χρήση, και περνά την άχτυπη λεπίδα για άθραυστη. Λειαίνει το ατσάλι του σε σκόνη. Ό,τι απομένει είναι μια σκλήθρα λάμψης: πιάνει κάθε φως και δεν κόβει τίποτα. Αρνείται το καμίνι. Φυλά τη λεπίδα από φωτιά, χέρι και μάχη, ώσπου η τελειότητά της να γίνει άλλο όνομα για το αχρείαστο. Καταλήγει λεπίδα δίχως κόψη, άψογη μέσα σ' ένα θηκάρι που σκάλισε η ίδια του η άρνηση. ❖ Η Άσπιλη δεν αντέχει την τραχιά φλέβα στο ατσάλι της: το τρεμούλιασμα της γιαγιάς της εκεί όπου εκείνη βλέπει ρήγμα, τα καταπιωμένα λόγια της μάνας της σφυρηλατημένα στον πυρήνα. Τροχίζει τη φλέβα ώσπου να λειανθεί, κι έπειτα βάφει το μέταλλο πολύ γρήγορα – από τη λευκή πύρα ολόισια στον πάγο. Το ατσάλι αποκρίνεται: εύθραυστο ώς τη ράχη. Αρνείται τη δεύτερη φωτιά: τη χαμηλή θέρμη που θα μάθαινε στη σκληρότητα πώς να λυγίζει χωρίς να σπάει. Καλύτερα κοφτερή πέρα ώς πέρα. Καλύτερα δική της. Στήνεται πίσω από γυαλί, με την ανάσα κομμένη πάνω απ' το τρεμούλιασμα θαμμένο εκεί όπου κανένας τροχός δεν φτάνει. Το πρώτο αληθινό χτύπημα τη θρυμματίζει σε χίλια εκτυφλωτικά θραύσματα. Καθένα πιάνει το φως καθώς πέφτει. Καθένα πιστεύει, για μια λαμπρή στιγμή, πως ήταν πάντα ολόκληρο το ξίφος.

Η Τομή

Ποιανού το τρεμούλιασμα τροχίζεις ακόμα απ' το ατσάλι σου;

Προηγούμενο

Θάνατος

Επόμενο

Αγών