
ΑνάμνηÏƑις
Η δίψα είναι η μνήμη της εÏήμου για τον ωκεανό
Ανάμνησις
ΤÎλος
"Η δίψα είναι η μνήμη της εÏήμου για τον ωκεανό"
Το Κατώφλι
Ξυπνάς με γεÏση σκουÏιάς. Άλλο Ï€Ïωί δεν Îχεις γνωÏίσει. Οι αμμόλοφοι καταπίνουν κάθε οÏίζοντα. Όλοι όσοι ξÎÏεις πίνουν απ' την όαση και το λÎνε αÏκετό. Για χÏόνια, το ίδιο κι εσÏ. Γονατίζεις στην άκÏη του νεÏοÏ, κυÏτώνεις τις παλάμες και πίνεις. Το νεÏÏŒ είναι χλιαÏÏŒ. Το στομάχι γεμίζει, μα πιο βαθιά χάσκει Îνα κενό, λαξεμÎνο από μια παλίÏÏοια που δεν γνώÏισες ποτÎ. ΜεÏικÎÏ‚ νÏχτες δονείται κάτω απ' την ακοή, εκεί όπου η ανάσα βÏίσκει το κόκαλο. Δεν το μαÏτυÏάς σε κανÎναν. Κάθε Ï€Ïωί, η σκουÏιά επιστÏÎφει. Το κενό δεν γνωÏίζει άλλη γλώσσα. Για χÏόνια, το βαφτίζεις αÏÏώστια: Îνα ψεγάδι που Ï€ÏÎπει να θάψεις. Μα το κενό είναι αÏχαιότεÏο από Ï„' όνομά σου· ήταν εδώ Ï€Ïιν από σÎνα. Μια αυγή, Îνας άνεμος μαστιγώνει το Ï€Ïόσωπό σου· βαÏÏÏ‚ από αλάτι και κÏÏος, γεννημÎνος από μια κατεÏθυνση δίχως χάÏτη. Το κενό αντηχεί.
Η Οδός
ΑλμÏÏα στον άνεμο. Πίσω σου, η παλιά ζωή πεÏιμÎνει. Η όαση θα βÏίσκεται εκεί κάθε Ï€Ïωί ως το Ï„Îλος – αÏκετή για να συντηÏεί την ανάσα, μα ποτΠγια να σε ξυπνήσει. Το κοÏμί σου αποζητά τη λίμνη, μα το κενό σε Ï„Ïαβά ανατολικά. ΤÏÎμοντας στο χείλος όλων όσων σε κÏάτησαν ζωντανό, γυÏνάς την πλάτη στο νεÏÏŒ. Οι μÎÏες που ακολουθοÏν σε γδÎÏνουν ως το κόκαλο, σε στÏβουν ως το αλάτι. Κάποια Ï€Ïωινά το σώμα αÏνείται να σηκωθεί. Ένα φάντασμα ψιθυÏίζει· το κενό σε ξεγÎλασε· δεν υπάÏχει ωκεανός· εγκατÎλειψες το μόνο νεÏÏŒ που υπάÏχει. Τα πόδια απαντοÏν μόνα τους. Όταν η φωνή σε καλεί πίσω, υψώνεις Îνα μόνο χÎÏι χωÏίς να γυÏίσεις. Τα χείλη ματώνουν και το στόμα ξεχνά το νεÏÏŒ. Η άμμος παÏαδίδεται στον βÏάχο, και το αλάτι ακονίζει τον άνεμο. Το κενό σωπαίνει. Τα γόνατα χτυποÏν στην Ï€ÎÏ„Ïα, κι η βουή σε καταπίνει. Ανοίγεις το στόμα και το αλάτι οÏμάει σαν νόστος. Η σκουÏιά διαλÏεται. Η Ï€ÎÏ„Ïα συναντά την παλίÏÏοια που ήξεÏε πάντα.
Η Σκιά
Η Ευγνώμων γεÏεται τον αλμυÏÏŒ άνεμο και οπισθοχωÏεί, Ï„ÏÎχοντας πίσω στη χλιαÏή ασφάλεια της όασης. Γονατίζει, σηκώνει το χλιαÏÏŒ νεÏÏŒ στο φως. Η θάλασσα, ψιθυÏίζει. Ήταν πάντα εδώ. Στολίζει τις όχθες με λευκÎÏ‚ Ï€ÎÏ„Ïες, βαφτίζοντας την καθεμία. Κάθε αυγή πίνει, χαÏίζοντας στο στάσιμο νεÏÏŒ νÎους τίτλους – βαθÏ, απÎÏαντο, σπίτι – ονόματα που δεν είχε χÏειαστεί ποτΠπÏιν τον άνεμο. Ταξιδιώτες καταφτάνουν με σκισμÎνα χείλη. Τους πλÎνει τα πόδια, στάζει νεÏÏŒ στα στεγνά χείλη τους, και παÏαμεÏίζει απαλά τα μαλλιά απ' τα μÎτωπά τους. ΞεκουÏάσου, ψιθυÏίζει. Έχεις ήδη φτάσει. Όσοι αγναντεÏουν ανατολικά, τους κÏατά παÏαπάνω. Ο πόθος ξεθωÏιάζει. Το Îμαθα μόνη μου. Θα το μάθεις κι εσÏ. Οι πεÏισσότεÏοι μÎνουν. ΜεÏικά Ï€Ïωινά, ξυπνά με γεÏση Î±Î»Î±Ï„Î¹Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ χαμογελάει. Η θάλασσά μου φουσκώνει για να με βÏει. Δεν Ïωτά ποτΠπώς Îφτασε το αλάτι στην ÎÏημο. Μια φοÏά, Îνα κοÏίτσι Ïωτά τι κουβαλά ο άνεμος. Το κενό αντηχεί· μια καθαÏή νότα – και για μια ανάσα, οι αμμόλοφοι αποκαλÏπτονται γι' αυτό που Ï€Ïαγματικά είναι· δÏόμοι. Οι κόμποι των χεÏιών της ασπÏίζουν πάνω στην όχθη. ΎστεÏα: Τίποτα, παιδί μου. Ο άνεμος δεν κουβαλά τίποτα. Πεθαίνει χαμογελώντας στην άκÏη του νεÏοÏ, με τις παλάμες ακόμα κυÏτωμÎνες. Όταν τη βÏίσκουν, αλάτι λαμπυÏίζει στις πτυχÎÏ‚ των χεÏιών της. Μια θάλασσα που κÏάτησε, μα αÏνήθηκε να γευτεί. ■Ο ΕγκÏατής στÎκεται μπÏοστά στους αμμόλοφους, αντικÏίζοντας την καταχνιά εκεί που ο ουÏανός αιμοÏÏαγεί μÎσα στην άμμο. Μια σκÎψη τον λοÏζει σαν παγωμÎνο νεÏό· κι αν η δίψα δεν είναι χάÏτης, αλλά πυÏετός; Οι ώμοι του χαλαÏώνουν. Ο οÏίζοντας μικÏαίνει στο μÎγεθος μιας απόφασης. Το σοÏÏουπο, σκάβει Îναν λάκκο, αÏκετά Î²Î±Î¸Ï Î³Î¹Î± να κόβει τον αÎÏα, αÏκετά Î²Î±Î¸Ï Î³Î¹Î± να θάψει τον οÏίζοντα. ΚουλουÏιάζεται μÎσα του, με τα χείλη πιεσμÎνα στο ξεÏÏŒ χαλίκι. Ως την αυγή, η ακινησία γίνεται ανυπόφοÏη. ΟÏμά Ï€Ïος την Ï€Ïώτη αναλαμπή, φτάνει λαχανιασμÎνος, και βÏίσκει μόνο σκόνη. Ως το σοÏÏουπο, σκάβει ξανά. Μια φοÏά, με το Ï€Ïώτο φως, πεÏιπλανιÎται ανατολικά χωÏίς να το αποφασίσει. Ο αÎÏας πυκνώνει από αλμÏÏα. Το κενό φουσκώνει στο στήθος του σαν παλίÏÏοια – μα συγκÏατείται. Είναι απλώς πυÏετός, ψιθυÏίζει. Και γυÏνάει πίσω. Αυτός γίνεται ο Ïυθμός του· το σώμα Ï„Ïαβά, ο νους διοÏθώνει· ο νους διοÏθώνει, το σώμα Ï„Ïαβά. ΣίγουÏα, λÎει μÎσα του κάθε φοÏά που σταματά, αυτό είναι αÏκετό. Τον βÏίσκουν χÏόνια αÏγότεÏα, δÎκα βήματα από τον τελευταίο του λάκκο. Οι πατημασιÎÏ‚ του στÏοβιλίζονται γÏÏω απ' τον λάκκο· μια Ï€Ïοσευχή που κυκλώνει τον ίδιο της τον εαυτό. Η θάλασσα απείχε Ï„Ïεις μÎÏες ανατολικά.
Η Τομή
Ποια όαση αποκαλείς θάλασσα;
Ανάμνησις
"Η δίψα είναι η μνήμη της εÏήμου για τον ωκεανό"
ΤÎλος

ΑνάμνηÏƑις
Η δίψα είναι η μνήμη της εÏήμου για τον ωκεανό
Το Κατώφλι
Ξυπνάς με γεÏση σκουÏιάς. Άλλο Ï€Ïωί δεν Îχεις γνωÏίσει. Οι αμμόλοφοι καταπίνουν κάθε οÏίζοντα. Όλοι όσοι ξÎÏεις πίνουν απ' την όαση και το λÎνε αÏκετό. Για χÏόνια, το ίδιο κι εσÏ. Γονατίζεις στην άκÏη του νεÏοÏ, κυÏτώνεις τις παλάμες και πίνεις. Το νεÏÏŒ είναι χλιαÏÏŒ. Το στομάχι γεμίζει, μα πιο βαθιά χάσκει Îνα κενό, λαξεμÎνο από μια παλίÏÏοια που δεν γνώÏισες ποτÎ. ΜεÏικÎÏ‚ νÏχτες δονείται κάτω απ' την ακοή, εκεί όπου η ανάσα βÏίσκει το κόκαλο. Δεν το μαÏτυÏάς σε κανÎναν. Κάθε Ï€Ïωί, η σκουÏιά επιστÏÎφει. Το κενό δεν γνωÏίζει άλλη γλώσσα. Για χÏόνια, το βαφτίζεις αÏÏώστια: Îνα ψεγάδι που Ï€ÏÎπει να θάψεις. Μα το κενό είναι αÏχαιότεÏο από Ï„' όνομά σου· ήταν εδώ Ï€Ïιν από σÎνα. Μια αυγή, Îνας άνεμος μαστιγώνει το Ï€Ïόσωπό σου· βαÏÏÏ‚ από αλάτι και κÏÏος, γεννημÎνος από μια κατεÏθυνση δίχως χάÏτη. Το κενό αντηχεί.
Η Οδός
ΑλμÏÏα στον άνεμο. Πίσω σου, η παλιά ζωή πεÏιμÎνει. Η όαση θα βÏίσκεται εκεί κάθε Ï€Ïωί ως το Ï„Îλος – αÏκετή για να συντηÏεί την ανάσα, μα ποτΠγια να σε ξυπνήσει. Το κοÏμί σου αποζητά τη λίμνη, μα το κενό σε Ï„Ïαβά ανατολικά. ΤÏÎμοντας στο χείλος όλων όσων σε κÏάτησαν ζωντανό, γυÏνάς την πλάτη στο νεÏÏŒ. Οι μÎÏες που ακολουθοÏν σε γδÎÏνουν ως το κόκαλο, σε στÏβουν ως το αλάτι. Κάποια Ï€Ïωινά το σώμα αÏνείται να σηκωθεί. Ένα φάντασμα ψιθυÏίζει· το κενό σε ξεγÎλασε· δεν υπάÏχει ωκεανός· εγκατÎλειψες το μόνο νεÏÏŒ που υπάÏχει. Τα πόδια απαντοÏν μόνα τους. Όταν η φωνή σε καλεί πίσω, υψώνεις Îνα μόνο χÎÏι χωÏίς να γυÏίσεις. Τα χείλη ματώνουν και το στόμα ξεχνά το νεÏÏŒ. Η άμμος παÏαδίδεται στον βÏάχο, και το αλάτι ακονίζει τον άνεμο. Το κενό σωπαίνει. Τα γόνατα χτυποÏν στην Ï€ÎÏ„Ïα, κι η βουή σε καταπίνει. Ανοίγεις το στόμα και το αλάτι οÏμάει σαν νόστος. Η σκουÏιά διαλÏεται. Η Ï€ÎÏ„Ïα συναντά την παλίÏÏοια που ήξεÏε πάντα.
Η Σκιά
Η Ευγνώμων γεÏεται τον αλμυÏÏŒ άνεμο και οπισθοχωÏεί, Ï„ÏÎχοντας πίσω στη χλιαÏή ασφάλεια της όασης. Γονατίζει, σηκώνει το χλιαÏÏŒ νεÏÏŒ στο φως. Η θάλασσα, ψιθυÏίζει. Ήταν πάντα εδώ. Στολίζει τις όχθες με λευκÎÏ‚ Ï€ÎÏ„Ïες, βαφτίζοντας την καθεμία. Κάθε αυγή πίνει, χαÏίζοντας στο στάσιμο νεÏÏŒ νÎους τίτλους – βαθÏ, απÎÏαντο, σπίτι – ονόματα που δεν είχε χÏειαστεί ποτΠπÏιν τον άνεμο. Ταξιδιώτες καταφτάνουν με σκισμÎνα χείλη. Τους πλÎνει τα πόδια, στάζει νεÏÏŒ στα στεγνά χείλη τους, και παÏαμεÏίζει απαλά τα μαλλιά απ' τα μÎτωπά τους. ΞεκουÏάσου, ψιθυÏίζει. Έχεις ήδη φτάσει. Όσοι αγναντεÏουν ανατολικά, τους κÏατά παÏαπάνω. Ο πόθος ξεθωÏιάζει. Το Îμαθα μόνη μου. Θα το μάθεις κι εσÏ. Οι πεÏισσότεÏοι μÎνουν. ΜεÏικά Ï€Ïωινά, ξυπνά με γεÏση Î±Î»Î±Ï„Î¹Î¿Ï ÎºÎ±Î¹ χαμογελάει. Η θάλασσά μου φουσκώνει για να με βÏει. Δεν Ïωτά ποτΠπώς Îφτασε το αλάτι στην ÎÏημο. Μια φοÏά, Îνα κοÏίτσι Ïωτά τι κουβαλά ο άνεμος. Το κενό αντηχεί· μια καθαÏή νότα – και για μια ανάσα, οι αμμόλοφοι αποκαλÏπτονται γι' αυτό που Ï€Ïαγματικά είναι· δÏόμοι. Οι κόμποι των χεÏιών της ασπÏίζουν πάνω στην όχθη. ΎστεÏα: Τίποτα, παιδί μου. Ο άνεμος δεν κουβαλά τίποτα. Πεθαίνει χαμογελώντας στην άκÏη του νεÏοÏ, με τις παλάμες ακόμα κυÏτωμÎνες. Όταν τη βÏίσκουν, αλάτι λαμπυÏίζει στις πτυχÎÏ‚ των χεÏιών της. Μια θάλασσα που κÏάτησε, μα αÏνήθηκε να γευτεί. ■Ο ΕγκÏατής στÎκεται μπÏοστά στους αμμόλοφους, αντικÏίζοντας την καταχνιά εκεί που ο ουÏανός αιμοÏÏαγεί μÎσα στην άμμο. Μια σκÎψη τον λοÏζει σαν παγωμÎνο νεÏό· κι αν η δίψα δεν είναι χάÏτης, αλλά πυÏετός; Οι ώμοι του χαλαÏώνουν. Ο οÏίζοντας μικÏαίνει στο μÎγεθος μιας απόφασης. Το σοÏÏουπο, σκάβει Îναν λάκκο, αÏκετά Î²Î±Î¸Ï Î³Î¹Î± να κόβει τον αÎÏα, αÏκετά Î²Î±Î¸Ï Î³Î¹Î± να θάψει τον οÏίζοντα. ΚουλουÏιάζεται μÎσα του, με τα χείλη πιεσμÎνα στο ξεÏÏŒ χαλίκι. Ως την αυγή, η ακινησία γίνεται ανυπόφοÏη. ΟÏμά Ï€Ïος την Ï€Ïώτη αναλαμπή, φτάνει λαχανιασμÎνος, και βÏίσκει μόνο σκόνη. Ως το σοÏÏουπο, σκάβει ξανά. Μια φοÏά, με το Ï€Ïώτο φως, πεÏιπλανιÎται ανατολικά χωÏίς να το αποφασίσει. Ο αÎÏας πυκνώνει από αλμÏÏα. Το κενό φουσκώνει στο στήθος του σαν παλίÏÏοια – μα συγκÏατείται. Είναι απλώς πυÏετός, ψιθυÏίζει. Και γυÏνάει πίσω. Αυτός γίνεται ο Ïυθμός του· το σώμα Ï„Ïαβά, ο νους διοÏθώνει· ο νους διοÏθώνει, το σώμα Ï„Ïαβά. ΣίγουÏα, λÎει μÎσα του κάθε φοÏά που σταματά, αυτό είναι αÏκετό. Τον βÏίσκουν χÏόνια αÏγότεÏα, δÎκα βήματα από τον τελευταίο του λάκκο. Οι πατημασιÎÏ‚ του στÏοβιλίζονται γÏÏω απ' τον λάκκο· μια Ï€Ïοσευχή που κυκλώνει τον ίδιο της τον εαυτό. Η θάλασσα απείχε Ï„Ïεις μÎÏες ανατολικά.
Η Τομή
Ποια όαση αποκαλείς θάλασσα;