ΚαÏτεÏία
ΑÏετή
"ÎŒ,τι ματώνει το χÎÏι, οδηγεί το βÎλος"
Το Κατώφλι
Η χοÏδή δαγκώνει τα δάχτυλά σου. Οι ωμοπλάτες σου ενώνονται, και ο μυς ανάμεσά τους τεντώνεται σαν σÏÏμα. Το ξÏλο διψά να ισιώσει, και το σώμα σου ικετεÎει να υποχωÏήσει – κάθε Ï„Îνοντας απαιτεί την άφεση. Όμως κÏατάς, και το τόξο σε κÏατά πίσω. Καθώς το Ï„Ïάβηγμα βαθαίνει, το χÎÏι σου αγκυÏώνει στο σαγόνι· η Îνταση κατασταλάζει σε σιωπή. Μια ανάσα Ï€Ïιν από τη βÏοντή. Η χοÏδή λÏνεται, το βÎλος πια δεν σου ανήκει. ΕκπνÎεις, και ο βÏαχίονάς σου Ï€Îφτει, άδειος.
Η Οδός
Φοβήθηκες την τεντωμÎνη χοÏδή, μπεÏδεÏοντας το λυγισμÎνο ξÏλο με κλουβί. Μα το τόξο δεν υπήÏξε ποτΠη φυλακή σου – ο δισταγμός σου ήταν. Σε κάθε Ï„Ïάβηγμα, η χοÏδή χαÏάζει το μάθημά της στα ακÏοδάχτυλά σου· κάθε πληγή παχαίνει σε κάλο, κάθε κάλος σε ÏŒÏγανο. Το χÎÏι μαθαίνει το βάÏος της βολής Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει ο νους. Η στιγμή της άφεσης δεν αποφασίζεται – θυμάται τον εαυτό της μÎσα από την ουλή. Η άφεση αφήνει Îνα κενό στον αÎÏα. ΣÏÏιγμα. Î ÏόσκÏουση. Ο νους φτάνει πάντα καθυστεÏημÎνος στον κÏότο. Î Î¿Î»Ï Î¼ÎµÏ„Î¬ το κάÏφωμα του βÎλους, το τόξο πάλλεται ακόμα στο χÎÏι σου.
Η Σκιά
Η Ήπια κÏάτησε κάποτε. ΚÏάτησε ώσπου κάτι βαθÏτεÏο από τον μυ υποχώÏησε. Και μαζί του, η πίστη πως η Îνταση θα γίνει βολή, πως το τόξο θα κÏατήσει τον λόγο του. Τα χÎÏια της Îμαθαν το τίναγμα Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει ο νους να βÏει λÎξεις. Σε κάθε Ï„Ïάβηγμα, τα δάχτυλά της ανοίγουν στο Ï€Ïώτο δάγκωμα· το βÎλος φεÏγει νωÏίς, απαλό, αβλαβÎÏ‚. Δεν αστοχεί ποτΠ– δεν Ï„Ïαβά ποτΠπÎÏα απ' όσα επιτÏÎπει το τίναγμά της. Αφήνει πίσω της Îνα λιβάδι σπαÏμÎνο με χίλια βÎλη, καÏφωμÎνα όλα μια σπιθαμή Ï€Ïιν τον στόχο. ■Ο Αλάνθαστος παίÏνει το αντίθετο μάθημα από την ίδια χοÏδή. ΤÏαβά – και κÏατά. Όχι ακόμα, ψιθυÏίζει. Μαθαίνει να κατοικεί εδώ, στο κατώφλι. Όσο κÏατά, το βÎλος μÎνει Ï„Îλειο· όσο κÏατά, δεν μποÏεί να αστοχήσει. Έχει δει πολλά βÎλη να πετοÏν, για να Ï€ÏοσγειωθοÏν σαν ξÏλα στο χώμα. Μια μελανιά ανθίζει στο σαγόνι του, Îνα μισοφÎγγαÏο στο σχήμα της τεντωμÎνης χοÏδής. Ο ώμος του αÏχίζει να Ï„ÏÎμει, Îπειτα σπάζει σε σπασμοÏÏ‚ – μικÏÎÏ‚ ανταÏσίες που ο βÏαχίονας αÏνείται να ακοÏσει. Τα δάχτυλά του σκίζονται πάνω στη χοÏδή· μια κλωστή αίμα κατεβαίνει το βÎλος. Το ξÏλο παίÏνει μόνιμη καμπÏλη· το τόξο θυμάται το Ï„Îντωμα και ξεχνά τη βολή. Τα δάχτυλά του δεν ανοίγουν. Ο στόχος μαλακώνει, Îπειτα χάνεται στο γκÏίζο. Ο βÏαχίονάς του κÏατά το σχήμα του στο σκοτάδι. Το βÎλος είναι Ï„Îλειο. Ο στόχος, αθÎατος.
Η Τομή
Ποιο βÎλος θα πεθάνεις κÏατώντας;
ΚαÏτεÏία
"ÎŒ,τι ματώνει το χÎÏι, οδηγεί το βÎλος"
ΑÏετή

ΊαÏÏ„ÎΜÏία
ÎŒ,τι ματώνει το χÎÏι, οδηγεί το βÎλος
Το Κατώφλι
Η χοÏδή δαγκώνει τα δάχτυλά σου. Οι ωμοπλάτες σου ενώνονται, και ο μυς ανάμεσά τους τεντώνεται σαν σÏÏμα. Το ξÏλο διψά να ισιώσει, και το σώμα σου ικετεÎει να υποχωÏήσει – κάθε Ï„Îνοντας απαιτεί την άφεση. Όμως κÏατάς, και το τόξο σε κÏατά πίσω. Καθώς το Ï„Ïάβηγμα βαθαίνει, το χÎÏι σου αγκυÏώνει στο σαγόνι· η Îνταση κατασταλάζει σε σιωπή. Μια ανάσα Ï€Ïιν από τη βÏοντή. Η χοÏδή λÏνεται, το βÎλος πια δεν σου ανήκει. ΕκπνÎεις, και ο βÏαχίονάς σου Ï€Îφτει, άδειος.
Η Οδός
Φοβήθηκες την τεντωμÎνη χοÏδή, μπεÏδεÏοντας το λυγισμÎνο ξÏλο με κλουβί. Μα το τόξο δεν υπήÏξε ποτΠη φυλακή σου – ο δισταγμός σου ήταν. Σε κάθε Ï„Ïάβηγμα, η χοÏδή χαÏάζει το μάθημά της στα ακÏοδάχτυλά σου· κάθε πληγή παχαίνει σε κάλο, κάθε κάλος σε ÏŒÏγανο. Το χÎÏι μαθαίνει το βάÏος της βολής Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει ο νους. Η στιγμή της άφεσης δεν αποφασίζεται – θυμάται τον εαυτό της μÎσα από την ουλή. Η άφεση αφήνει Îνα κενό στον αÎÏα. ΣÏÏιγμα. Î ÏόσκÏουση. Ο νους φτάνει πάντα καθυστεÏημÎνος στον κÏότο. Î Î¿Î»Ï Î¼ÎµÏ„Î¬ το κάÏφωμα του βÎλους, το τόξο πάλλεται ακόμα στο χÎÏι σου.
Η Σκιά
Η Ήπια κÏάτησε κάποτε. ΚÏάτησε ώσπου κάτι βαθÏτεÏο από τον μυ υποχώÏησε. Και μαζί του, η πίστη πως η Îνταση θα γίνει βολή, πως το τόξο θα κÏατήσει τον λόγο του. Τα χÎÏια της Îμαθαν το τίναγμα Ï€Ïιν Ï€Ïολάβει ο νους να βÏει λÎξεις. Σε κάθε Ï„Ïάβηγμα, τα δάχτυλά της ανοίγουν στο Ï€Ïώτο δάγκωμα· το βÎλος φεÏγει νωÏίς, απαλό, αβλαβÎÏ‚. Δεν αστοχεί ποτΠ– δεν Ï„Ïαβά ποτΠπÎÏα απ' όσα επιτÏÎπει το τίναγμά της. Αφήνει πίσω της Îνα λιβάδι σπαÏμÎνο με χίλια βÎλη, καÏφωμÎνα όλα μια σπιθαμή Ï€Ïιν τον στόχο. ■Ο Αλάνθαστος παίÏνει το αντίθετο μάθημα από την ίδια χοÏδή. ΤÏαβά – και κÏατά. Όχι ακόμα, ψιθυÏίζει. Μαθαίνει να κατοικεί εδώ, στο κατώφλι. Όσο κÏατά, το βÎλος μÎνει Ï„Îλειο· όσο κÏατά, δεν μποÏεί να αστοχήσει. Έχει δει πολλά βÎλη να πετοÏν, για να Ï€ÏοσγειωθοÏν σαν ξÏλα στο χώμα. Μια μελανιά ανθίζει στο σαγόνι του, Îνα μισοφÎγγαÏο στο σχήμα της τεντωμÎνης χοÏδής. Ο ώμος του αÏχίζει να Ï„ÏÎμει, Îπειτα σπάζει σε σπασμοÏÏ‚ – μικÏÎÏ‚ ανταÏσίες που ο βÏαχίονας αÏνείται να ακοÏσει. Τα δάχτυλά του σκίζονται πάνω στη χοÏδή· μια κλωστή αίμα κατεβαίνει το βÎλος. Το ξÏλο παίÏνει μόνιμη καμπÏλη· το τόξο θυμάται το Ï„Îντωμα και ξεχνά τη βολή. Τα δάχτυλά του δεν ανοίγουν. Ο στόχος μαλακώνει, Îπειτα χάνεται στο γκÏίζο. Ο βÏαχίονάς του κÏατά το σχήμα του στο σκοτάδι. Το βÎλος είναι Ï„Îλειο. Ο στόχος, αθÎατος.
Η Τομή
Ποιο βÎλος θα πεθάνεις κÏατώντας;