
ΕυλάβÎΜια
Άγιο είναι το κοίλωμα που σμιλεÏτηκε από βήματα
Ευλάβεια
ΑÏμονία
"Άγιο είναι το κοίλωμα που σμιλεÏτηκε από βήματα"
Το Κατώφλι
Ανεβαίνεις σκάλες που Îχεις ανÎβει χίλιες φοÏÎÏ‚, με το μυαλό σου ήδη στην κοÏυφή. Μα σήμεÏα, το πόδι σου πατάει αλλιώς. Το σκαλί βυθίζεται – κοίλωμα λειασμÎνο μες στην Ï€ÎÏ„Ïα. Σταματάς. Ησυχία. Αγιότητα σμιλεμÎνη από πόδια που δεν ήξεÏαν τι Îφτιαχναν. Κοιτάς κάτω. Î ÎÏ„Ïα γυαλισμÎνη απ' την αÏγή Ï„Ïιβή ανθÏώπων που ανÎβηκαν ακÏιβώς όπως εσÏ: βιαστικοί, με το μυαλό αλλοÏ, ήδη στην κοÏυφή.
Η Οδός
Το κοίλωμα δεν απαιτεί τίποτα. Θα μποÏοÏσες να συνεχίσεις. Îα λογαÏιάσεις την Ï€ÎÏ„Ïα για δική σου, στÏωμÎνη για την ανάβασή σου. Τα γόνατά σου βÏίσκουν την Ï€ÎÏ„Ïα. ΠιÎζεις την παλάμη σου στο κοίλωμα. Η Ï€ÎÏ„Ïα απαντά, κÏατώντας ακόμα τη ζωντανή θÎÏμη όσων Ï€ÎÏασαν. Του Ï€Î±Î¹Î´Î¹Î¿Ï Ï€Î¿Ï… ÎÏ„Ïεξε αυτά τα σκαλιά Ï€Ïιν γεννηθείς. Της γεÏόντισσας που κοντοστάθηκε σ' αυτό το σκαλί για να πάÏει ανάσα και δεν ξανασηκώθηκε. Η παλάμη σου ακουμπά εκεί που ακοÏμπησαν εκείνοι, βαθαίνοντας το κοίλωμα για χÎÏια που δεν θα συναντήσεις. ΣτÎκεσαι στο μόνο μÎÏος όπου μποÏεί να σταθεί άνθÏωπος: ανάμεσα στους νεκÏοÏÏ‚ και τους αγÎννητους, Ï€ÏοσθÎτοντας το δικό σου μικÏÏŒ βάÏος στην Ï€ÎÏ„Ïα.
Η Σκιά
Ο ΆγÏυπνος είδε το σκαλί να υποχωÏεί – το πόδι του πατÎÏα του να πεÏνά μÎσα από Ï€ÎÏ„Ïα που είχε φαγωθεί από τους Ï€ÏοσκυνητÎÏ‚. Ο ήχος: ξεÏός κÏότος, κÏαυγή, μετά η σιωπή ενός ανθÏώπου που δεν θα ξαναπεÏπατοÏσε ποτΠτο ίδιο. Εκείνο το βÏάδυ γονάτισε στο σκαλί και πίεσε την παλάμη του στο κοίλωμα. Η Ï€ÎÏ„Ïα ήταν ζεστή σαν αίμα, λεπτή σαν μεμβÏάνη. Ένιωσε το επόμενο βήμα να πεÏιμÎνει να τη σπάσει. Τα χÎÏια του ÎÏ„Ïεμαν. ΤώÏα φÏουÏεί το κοίλωμα και γυαλίζει την Ï€ÎÏ„Ïα ώσπου να λάμπει κÏÏα. ΚανÎνα πόδι δεν θα τη φθείÏει άλλο. Το σκαλί που τσάκισε τον πατÎÏα του – σφÏαγισμÎνο τώÏα Ï€ÎÏα από κάθε πάτημα. Άγιο. Αμόλυντο. Ολομόναχο. ■Η ΑδοÏλωτη πίεσε κάποτε το χÎÏι της στο κοίλωμα και τις Îνιωσε – εκατοντάδες παλάμες να πιÎζουν πίσω. ΜÎσα στο κοίλωμα είδε το χÎÏι της γιαγιάς της, Îπειτα της μητÎÏας της, και Ï„Îλος το δικό της – να παίÏνει ήδη το ίδιο ακÏιβώς σχήμα. Κάθε αφή Îστελνε πίσω Îναν απόηχο. Το κοίλωμα δεν γνώÏιζε καμία τους. ΓυÏίζει τη νÏχτα με ελαφÏόπετÏα. ΤÏίβει το κοίλωμα επίπεδο, κόκκο με κόκκο, ώσπου τα μπÏάτσα της καίνε και η σκόνη χιλίων Ï€Ïοσκυνημάτων σκεπάζει τις παλάμες της. ΤώÏα κάποιος μποÏεί να ξεκινήσει, φωνάζει, χωÏίς ν' ακοÏει την κοÏφια σιωπή εκεί που κάποτε η Ï€ÎÏ„Ïα απαντοÏσε. Πεθαίνει πάνω σ' Îνα απόλυτα λείο σκαλοπάτι, Îχοντας σβήσει μεθοδικά τη μοναδική απόδειξη της ÏπαÏξής της.
Η Τομή
Ποιο κοίλωμα ÎÏ„Ïιψες για να το σώσεις;
Ευλάβεια
"Άγιο είναι το κοίλωμα που σμιλεÏτηκε από βήματα"
ΑÏμονία

ΕυλάβÎΜια
Άγιο είναι το κοίλωμα που σμιλεÏτηκε από βήματα
Το Κατώφλι
Ανεβαίνεις σκάλες που Îχεις ανÎβει χίλιες φοÏÎÏ‚, με το μυαλό σου ήδη στην κοÏυφή. Μα σήμεÏα, το πόδι σου πατάει αλλιώς. Το σκαλί βυθίζεται – κοίλωμα λειασμÎνο μες στην Ï€ÎÏ„Ïα. Σταματάς. Ησυχία. Αγιότητα σμιλεμÎνη από πόδια που δεν ήξεÏαν τι Îφτιαχναν. Κοιτάς κάτω. Î ÎÏ„Ïα γυαλισμÎνη απ' την αÏγή Ï„Ïιβή ανθÏώπων που ανÎβηκαν ακÏιβώς όπως εσÏ: βιαστικοί, με το μυαλό αλλοÏ, ήδη στην κοÏυφή.
Η Οδός
Το κοίλωμα δεν απαιτεί τίποτα. Θα μποÏοÏσες να συνεχίσεις. Îα λογαÏιάσεις την Ï€ÎÏ„Ïα για δική σου, στÏωμÎνη για την ανάβασή σου. Τα γόνατά σου βÏίσκουν την Ï€ÎÏ„Ïα. ΠιÎζεις την παλάμη σου στο κοίλωμα. Η Ï€ÎÏ„Ïα απαντά, κÏατώντας ακόμα τη ζωντανή θÎÏμη όσων Ï€ÎÏασαν. Του Ï€Î±Î¹Î´Î¹Î¿Ï Ï€Î¿Ï… ÎÏ„Ïεξε αυτά τα σκαλιά Ï€Ïιν γεννηθείς. Της γεÏόντισσας που κοντοστάθηκε σ' αυτό το σκαλί για να πάÏει ανάσα και δεν ξανασηκώθηκε. Η παλάμη σου ακουμπά εκεί που ακοÏμπησαν εκείνοι, βαθαίνοντας το κοίλωμα για χÎÏια που δεν θα συναντήσεις. ΣτÎκεσαι στο μόνο μÎÏος όπου μποÏεί να σταθεί άνθÏωπος: ανάμεσα στους νεκÏοÏÏ‚ και τους αγÎννητους, Ï€ÏοσθÎτοντας το δικό σου μικÏÏŒ βάÏος στην Ï€ÎÏ„Ïα.
Η Σκιά
Ο ΆγÏυπνος είδε το σκαλί να υποχωÏεί – το πόδι του πατÎÏα του να πεÏνά μÎσα από Ï€ÎÏ„Ïα που είχε φαγωθεί από τους Ï€ÏοσκυνητÎÏ‚. Ο ήχος: ξεÏός κÏότος, κÏαυγή, μετά η σιωπή ενός ανθÏώπου που δεν θα ξαναπεÏπατοÏσε ποτΠτο ίδιο. Εκείνο το βÏάδυ γονάτισε στο σκαλί και πίεσε την παλάμη του στο κοίλωμα. Η Ï€ÎÏ„Ïα ήταν ζεστή σαν αίμα, λεπτή σαν μεμβÏάνη. Ένιωσε το επόμενο βήμα να πεÏιμÎνει να τη σπάσει. Τα χÎÏια του ÎÏ„Ïεμαν. ΤώÏα φÏουÏεί το κοίλωμα και γυαλίζει την Ï€ÎÏ„Ïα ώσπου να λάμπει κÏÏα. ΚανÎνα πόδι δεν θα τη φθείÏει άλλο. Το σκαλί που τσάκισε τον πατÎÏα του – σφÏαγισμÎνο τώÏα Ï€ÎÏα από κάθε πάτημα. Άγιο. Αμόλυντο. Ολομόναχο. ■Η ΑδοÏλωτη πίεσε κάποτε το χÎÏι της στο κοίλωμα και τις Îνιωσε – εκατοντάδες παλάμες να πιÎζουν πίσω. ΜÎσα στο κοίλωμα είδε το χÎÏι της γιαγιάς της, Îπειτα της μητÎÏας της, και Ï„Îλος το δικό της – να παίÏνει ήδη το ίδιο ακÏιβώς σχήμα. Κάθε αφή Îστελνε πίσω Îναν απόηχο. Το κοίλωμα δεν γνώÏιζε καμία τους. ΓυÏίζει τη νÏχτα με ελαφÏόπετÏα. ΤÏίβει το κοίλωμα επίπεδο, κόκκο με κόκκο, ώσπου τα μπÏάτσα της καίνε και η σκόνη χιλίων Ï€Ïοσκυνημάτων σκεπάζει τις παλάμες της. ΤώÏα κάποιος μποÏεί να ξεκινήσει, φωνάζει, χωÏίς ν' ακοÏει την κοÏφια σιωπή εκεί που κάποτε η Ï€ÎÏ„Ïα απαντοÏσε. Πεθαίνει πάνω σ' Îνα απόλυτα λείο σκαλοπάτι, Îχοντας σβήσει μεθοδικά τη μοναδική απόδειξη της ÏπαÏξής της.
Η Τομή
Ποιο κοίλωμα ÎÏ„Ïιψες για να το σώσεις;