ΧάÏις
ΑÏετή
"Το δÎντÏο χÏωστά τον ÏŒÏκο του στον σπόÏο"
Το Κατώφλι
ΡιζωμÎνο και σιωπηλό, κλαδιά βαÏιά από καÏπό. Δεν Ïωτά ποιος στÎκεται από κάτω – αν τα χÎÏια είναι οÏθάνοιχτα ή αν παÏαμονεÏει γυμνός βÏάχος. ΚαÏποφοÏεί ώσπου το κλαδί να λυγίσει, και παÏαδίδεται. Το δÎντÏο δεν αποφασίζει να δώσει. Το δόσιμο είναι ÏŒ,τι γίνεται ο χυμός του. Οι Ïίζες του αντλοÏν από νεÏÏŒ που δεν κÎÏδισε, από χώμα που δεν Îχτισε. Ο χυμός δεν θυμάται τη βÏοχή· ο καÏπός δεν θυμάται το κλαδί. Ο καÏπός Ï€Îφτει όπου Ï€Îφτει – σε ευγνώμονα χÎÏια, σε ξεÏόβÏαχο, μÎσα σε ζωÎÏ‚ που δεν θα μάθουν ποτΠτ' όνομά του. Το δÎντÏο δεν ξÎÏει άλλον Ï„Ïόπο. Ριζώνει. Υψώνεται. Αφήνει.
Η Οδός
Το κλαδί που φÎÏνει τον βαÏÏτεÏο καÏπό χτίζει το δυνατότεÏο ξÏλο. Το κλαδί που δεν φÎÏνει τίποτα μαÏαίνεται. Κάθε εποχή χαÏάζει τις Ïίζες βαθÏτεÏα – Ï€Ïος νεÏÏŒ που το δÎντÏο δεν ήξεÏε πως ήταν εκεί. ΈÏχεται μια εποχή που δεν μÎνει παÏά ο πυÏήνας, κοιλωμÎνος απ' όσα ÎφεÏε. Η γλÏκα ξεÏαίνεται σε φλοÏδα. Ο χυμός κοπάζει· κάθε κλαδί πονά να κλείσει — ο πόνος αξεχώÏιστος από την ανάπαυση. Μα οι Ïίζες ξÎÏουν τον δÏόμο, αυλακωμÎνες από κάθε ξηÏασία που Îχουν διψάσει. ΜÎσα σ' αυτήν την ακινησία, Îνας νÎος πλησιάζει — πεινασμÎνος — κι απλώνει χÎÏι Ï€Ïος τον τελευταίο καÏπό. Δεν σου μÎνει τίποτα. Ανοίγεσαι οÏτως ή άλλως. Ο φλοιός σκίζεται εκεί που αποκόπτεται ο καÏπός. ΚαÏπός Ï€Îφτει σε Ï€ÎÏ„Ïα και σαπίζει. Άλλον τον αÏπάζουν χÎÏια που απλώνονται χωÏίς να υψώσουν το βλÎμμα. Το δÎντÏο το ξÎÏει· φÎÏνει καÏπό οÏτως ή άλλως. Ο ÏŒÏκος του ανήκει στον σπόÏο. ΠοτΠστο χώμα.
Η Σκιά
Η ΓενναιόδωÏη Ï€ÏόσφεÏε τους καÏποÏÏ‚ της ελεÏθεÏα – δίχως δισταγμό, δίχως ÏŒÏους. Ο καÏπός της Îπεφτε σε καλό χώμα· τα χÎÏια τον δÎχονταν ζεστά. Οι σπόÏοι δεν Ïίζωσαν ποτÎ. ΚαÏποφόÏησε κι άλλο. Ένας νεαÏός ήÏθε σε χÏονιά ξηÏασίας. Τον είδε να Ï„Ïώει – τους ώμους να ισιώνουν, το χÏώμα να γυÏνά. ΤÏεις εποχÎÏ‚ χÏθηκε ο χυμός σ' Îνα κλαδί – αυτό που Îφτανε ως αυτόν. Τ' άλλα κλαδιά λÎπτυναν. Δεν το Ï€Ïόσεξε. Δυνάμωσε. Ένα Ï€Ïωί τον είδε να στÎκεται στην άκÏη της σκιάς της, γυÏισμÎνος Ï€Ïος τα Îξω. ΈφεÏε Îναν ακόμα καÏπό – τον τελευταίο που σήκωνε το κλαδί. Έπεσε στα πόδια του. Τον πάτησε. ΚαÏποφοÏεί κι άλλο. Πιο αδÏναμα τώÏα. Ο τελευταίος καÏπός Ï€Îφτει σε γη που Îχει ήδη ξεχάσει το όνομά της. ΑναÏωτιÎται: τι είχε η γλÏκα μου; Τίποτα. Κάποια χώματα είναι άγονα ÏŒ,τι κι αν Ï€Îσει. ■Ο Σοφός μετÏά τους δακτυλίους στο ξÏλο. Έχει δει καÏπό να Ï€Îφτει σε Ï€ÎÏ„Ïα και να σαπίζει. ΧÎÏια που πήÏαν χωÏίς να κοιτάξουν ψηλά. ΟÏκίστηκε: η γλÏκα του θα βÏει χώμα που κÏατά. ΤώÏα διαβάζει το Îδαφος Ï€Ïιν Ï€Îσει ο καÏπός. ΤοÏτο το χώμα, Ï€Î¿Î»Ï Ïηχό. Εκείνα τα χÎÏια, Ï€Î¿Î»Ï Ï€ÏόχειÏα. ΚÏατά το κλαδί ωσότου φτάσει βεβαιότητα. Ένα κοÏίτσι ήÏθε τη χÏονιά της ξηÏασίας. Στάθηκε κάτω από τα κλαδιά του Ï„Ïεις μÎÏες – χείλη σκασμÎνα, δίχως λÎξη. Δεν άπλωσε χÎÏι. ΠεÏίμενε. Την Ï„Ïίτη μÎÏα, το κλαδί λÏγισε μόνο του. Ένας καÏπός κÏεμόταν τόσο χαμηλά που θα μποÏοÏσε να τον πάÏει. Ένιωσε Ï„Ïάβηγμα – χυμός να σφαδάζει ενάντια στη λαβή, γλÏκα Îτοιμη, το ξÏλο να στενάζει Ï€ÏοσμÎνοντας τη λÏÏ„Ïωση. Οι Ïίζες του διάβασαν το χώμα κάτω απ' τα πόδια της. Αμμώδες. Ρηχό. ΚÏάτησε. Έφυγε Ï„ÎταÏτη μÎÏα. Την είδε να βαδίζει ανατολικά, Ï€Ïος δÎντÏα που καÏποφοÏοÏσαν χωÏίς να διαβάζουν το χώμα. ΧÏόνια αÏγότεÏα, Îνας ταξιδιώτης ξεκουÏάζεται στη σκιά του και μιλά για Îνα πεÏιβόλι ανατολικά — φυτεμÎνο, λÎει, από μια γυναίκα με σκασμÎνα χείλη. Δεν απαντά. Πάνω του, ο καÏπός εκείνου του καλοκαιÏÎ¹Î¿Ï ÎºÏÎμεται ακόμα – μαυÏισμÎνος, κολλημÎνος στο κοτσάνι. Δεν ξεχωÏίζει πια Ï€Î¿Ï Ï„ÎµÎ»ÎµÎ¹ÏŽÎ½ÎµÎ¹ το κοτσάνι και Ï€Î¿Ï Î±Ïχίζει η λαβή του. Πεθαίνει βαÏÏÏ‚, τσακισμÎνος από την ίδια του τη γλÏκα. ÎŒ,τι αÏνήθηκε να Ï€ÏοσφÎÏει, ζυμώθηκε σε σήψη μÎσα στο ίδιο του το ξÏλο. Ανατολικά, το πεÏιβόλι καÏπίζει χωÏίς εκείνον.
Η Τομή
Τι ωÏίμασε στη χοÏφτα σου ώσπου να μη μποÏεί πια να δοθεί;
ΧάÏις
"Το δÎντÏο χÏωστά τον ÏŒÏκο του στον σπόÏο"
ΑÏετή

ΧάÏις
Το δÎντÏο χÏωστά τον ÏŒÏκο του στον σπόÏο
Το Κατώφλι
ΡιζωμÎνο και σιωπηλό, κλαδιά βαÏιά από καÏπό. Δεν Ïωτά ποιος στÎκεται από κάτω – αν τα χÎÏια είναι οÏθάνοιχτα ή αν παÏαμονεÏει γυμνός βÏάχος. ΚαÏποφοÏεί ώσπου το κλαδί να λυγίσει, και παÏαδίδεται. Το δÎντÏο δεν αποφασίζει να δώσει. Το δόσιμο είναι ÏŒ,τι γίνεται ο χυμός του. Οι Ïίζες του αντλοÏν από νεÏÏŒ που δεν κÎÏδισε, από χώμα που δεν Îχτισε. Ο χυμός δεν θυμάται τη βÏοχή· ο καÏπός δεν θυμάται το κλαδί. Ο καÏπός Ï€Îφτει όπου Ï€Îφτει – σε ευγνώμονα χÎÏια, σε ξεÏόβÏαχο, μÎσα σε ζωÎÏ‚ που δεν θα μάθουν ποτΠτ' όνομά του. Το δÎντÏο δεν ξÎÏει άλλον Ï„Ïόπο. Ριζώνει. Υψώνεται. Αφήνει.
Η Οδός
Το κλαδί που φÎÏνει τον βαÏÏτεÏο καÏπό χτίζει το δυνατότεÏο ξÏλο. Το κλαδί που δεν φÎÏνει τίποτα μαÏαίνεται. Κάθε εποχή χαÏάζει τις Ïίζες βαθÏτεÏα – Ï€Ïος νεÏÏŒ που το δÎντÏο δεν ήξεÏε πως ήταν εκεί. ΈÏχεται μια εποχή που δεν μÎνει παÏά ο πυÏήνας, κοιλωμÎνος απ' όσα ÎφεÏε. Η γλÏκα ξεÏαίνεται σε φλοÏδα. Ο χυμός κοπάζει· κάθε κλαδί πονά να κλείσει — ο πόνος αξεχώÏιστος από την ανάπαυση. Μα οι Ïίζες ξÎÏουν τον δÏόμο, αυλακωμÎνες από κάθε ξηÏασία που Îχουν διψάσει. ΜÎσα σ' αυτήν την ακινησία, Îνας νÎος πλησιάζει — πεινασμÎνος — κι απλώνει χÎÏι Ï€Ïος τον τελευταίο καÏπό. Δεν σου μÎνει τίποτα. Ανοίγεσαι οÏτως ή άλλως. Ο φλοιός σκίζεται εκεί που αποκόπτεται ο καÏπός. ΚαÏπός Ï€Îφτει σε Ï€ÎÏ„Ïα και σαπίζει. Άλλον τον αÏπάζουν χÎÏια που απλώνονται χωÏίς να υψώσουν το βλÎμμα. Το δÎντÏο το ξÎÏει· φÎÏνει καÏπό οÏτως ή άλλως. Ο ÏŒÏκος του ανήκει στον σπόÏο. ΠοτΠστο χώμα.
Η Σκιά
Η ΓενναιόδωÏη Ï€ÏόσφεÏε τους καÏποÏÏ‚ της ελεÏθεÏα – δίχως δισταγμό, δίχως ÏŒÏους. Ο καÏπός της Îπεφτε σε καλό χώμα· τα χÎÏια τον δÎχονταν ζεστά. Οι σπόÏοι δεν Ïίζωσαν ποτÎ. ΚαÏποφόÏησε κι άλλο. Ένας νεαÏός ήÏθε σε χÏονιά ξηÏασίας. Τον είδε να Ï„Ïώει – τους ώμους να ισιώνουν, το χÏώμα να γυÏνά. ΤÏεις εποχÎÏ‚ χÏθηκε ο χυμός σ' Îνα κλαδί – αυτό που Îφτανε ως αυτόν. Τ' άλλα κλαδιά λÎπτυναν. Δεν το Ï€Ïόσεξε. Δυνάμωσε. Ένα Ï€Ïωί τον είδε να στÎκεται στην άκÏη της σκιάς της, γυÏισμÎνος Ï€Ïος τα Îξω. ΈφεÏε Îναν ακόμα καÏπό – τον τελευταίο που σήκωνε το κλαδί. Έπεσε στα πόδια του. Τον πάτησε. ΚαÏποφοÏεί κι άλλο. Πιο αδÏναμα τώÏα. Ο τελευταίος καÏπός Ï€Îφτει σε γη που Îχει ήδη ξεχάσει το όνομά της. ΑναÏωτιÎται: τι είχε η γλÏκα μου; Τίποτα. Κάποια χώματα είναι άγονα ÏŒ,τι κι αν Ï€Îσει. ■Ο Σοφός μετÏά τους δακτυλίους στο ξÏλο. Έχει δει καÏπό να Ï€Îφτει σε Ï€ÎÏ„Ïα και να σαπίζει. ΧÎÏια που πήÏαν χωÏίς να κοιτάξουν ψηλά. ΟÏκίστηκε: η γλÏκα του θα βÏει χώμα που κÏατά. ΤώÏα διαβάζει το Îδαφος Ï€Ïιν Ï€Îσει ο καÏπός. ΤοÏτο το χώμα, Ï€Î¿Î»Ï Ïηχό. Εκείνα τα χÎÏια, Ï€Î¿Î»Ï Ï€ÏόχειÏα. ΚÏατά το κλαδί ωσότου φτάσει βεβαιότητα. Ένα κοÏίτσι ήÏθε τη χÏονιά της ξηÏασίας. Στάθηκε κάτω από τα κλαδιά του Ï„Ïεις μÎÏες – χείλη σκασμÎνα, δίχως λÎξη. Δεν άπλωσε χÎÏι. ΠεÏίμενε. Την Ï„Ïίτη μÎÏα, το κλαδί λÏγισε μόνο του. Ένας καÏπός κÏεμόταν τόσο χαμηλά που θα μποÏοÏσε να τον πάÏει. Ένιωσε Ï„Ïάβηγμα – χυμός να σφαδάζει ενάντια στη λαβή, γλÏκα Îτοιμη, το ξÏλο να στενάζει Ï€ÏοσμÎνοντας τη λÏÏ„Ïωση. Οι Ïίζες του διάβασαν το χώμα κάτω απ' τα πόδια της. Αμμώδες. Ρηχό. ΚÏάτησε. Έφυγε Ï„ÎταÏτη μÎÏα. Την είδε να βαδίζει ανατολικά, Ï€Ïος δÎντÏα που καÏποφοÏοÏσαν χωÏίς να διαβάζουν το χώμα. ΧÏόνια αÏγότεÏα, Îνας ταξιδιώτης ξεκουÏάζεται στη σκιά του και μιλά για Îνα πεÏιβόλι ανατολικά — φυτεμÎνο, λÎει, από μια γυναίκα με σκασμÎνα χείλη. Δεν απαντά. Πάνω του, ο καÏπός εκείνου του καλοκαιÏÎ¹Î¿Ï ÎºÏÎμεται ακόμα – μαυÏισμÎνος, κολλημÎνος στο κοτσάνι. Δεν ξεχωÏίζει πια Ï€Î¿Ï Ï„ÎµÎ»ÎµÎ¹ÏŽÎ½ÎµÎ¹ το κοτσάνι και Ï€Î¿Ï Î±Ïχίζει η λαβή του. Πεθαίνει βαÏÏÏ‚, τσακισμÎνος από την ίδια του τη γλÏκα. ÎŒ,τι αÏνήθηκε να Ï€ÏοσφÎÏει, ζυμώθηκε σε σήψη μÎσα στο ίδιο του το ξÏλο. Ανατολικά, το πεÏιβόλι καÏπίζει χωÏίς εκείνον.
Η Τομή
Τι ωÏίμασε στη χοÏφτα σου ώσπου να μη μποÏεί πια να δοθεί;