Συμπόνια
ΑÏμονία
"Ζεστασιά ÏιγμÎνη από ψηλά φτάνει παγωμÎνη"
Το Κατώφλι
Η ουλή σου γνωÏίζει τον χειμώνα Ï€Ïιν παγώσει ο αÎÏας. Μια λÎξη Ï€Îφτει – η πληγή σφίγγει, κλωστή τεντωμÎνη κάτω από το δÎÏμα, Ï€Ïιν το μυαλό σου βÏει όνομα γι' αυτό που άκουσε. Ο οίκτος στÎκεται στην κοÏυφογÏαμμ�� και πετά κουβÎÏτες στην πλαγιά: αÏκετά κοντά για να μοιάζει καλοσÏνη, αÏκετά μακÏιά για να μείνει στεγνός. Μα η ουλή ξÎÏει το ανάγλυφο – σε σÎÏνει κατευθείαν Ï€Ïος το κÏÏο που τη γÎννησε. Οι μπότες σου σπάνε την κÏοÏστα. Ο άνεμος ακονίζεται. Πάγος μαζεÏεται στις βλεφαÏίδες σου. Όταν φτάσεις κοντά του, το κÏÏο είναι ήδη δικό σου.
Η Οδός
Βυθίζεσαι στο χιόνι δίπλα του. Τα χÎÏια σου καίνε – θÎλουν να Ï€ÏοσφÎÏουν γιατÏικά, οδηγίες κατεβασμÎνες απ' την κοÏυφογÏαμμή – μα κάθε λÎξη θα σε ανÎβαζε πίσω εκεί πάνω. ΜÎνεις, ωσότου το να μÎνεις πονάει λιγότεÏο από το να φÏγεις. Η ανάσα του είναι Ïηχή· η δική σου επιβÏαδÏνει για να τη συναντήσει. Το κÏÏο μπαίνει πια στους δυο σας με τον ίδιο Ï„Ïόπο – πνεÏμονες, πλευÏά, κι ÏστεÏα ο αÏγός πόνος πίσω από το στÎÏνο. Ανάμεσά σας, μια σπιθαμή χιόνι. ΣκουÏαίνει από τη ζεστασιά δÏο σωμάτων που Îπαψαν να Ï€ÏοσπαθοÏν να ζεσταθοÏν. Τα μάτια του βÏίσκουν τα δικά σου. Δεν ζητοÏν τίποτα. ΜÎνεις ώσπου η παÏαμονή παÏει να είναι επιλογή. Η ουλή σου μαλακώνει – δεν κλείνει, δεν συγχωÏεί, μα δεν είναι πια το μόνο κÏÏο Ï€Ïάγμα ανάμεσά σας.
Η Σκιά
Την πεÏπάτησε κάποτε αυτή την κατηφόÏα – ολόκληÏη, δίχως κοÏυφογÏαμμή και δίχως σχοινί. Το κÏÏο μπήκε στους πνεÏμονÎÏ‚ της κι ÏστεÏα δεν Îφυγε ολότελα. ΤώÏα η ΨÏχÏαιμη γονατίζει στο χείλος του Ïήγματος. Διαβάζει το μελάνιασμα στο δÎÏμα τους σαν χειÏουÏγός – ονομάζει κάθε στάδιο, Ïίχνοντας ακÏιβείς οδηγίες στην πλαγιά για να τους εξασφαλίσει άλλη μια ÏŽÏα, άψογη και απλησίαστη. Ένα βÏάδυ, Îνας άντÏας κείτεται εκεί κάτω – Ï€ÎÏα από Ïίγος. Τον καθοδηγεί μÎσα από τα χειÏότεÏα, φωνή σταθεÏή, κάθε λÎξη λαβή. Καθώς τα χÏώματα γυÏίζουν, Ïίχνει το σχοινί και σκαÏφαλώνει. Στο χείλος κάθεται δίπλα της, Ï„Ïεμάμενος. Τον τυλίγει σε μαλλί κι ονομάζει τι θα κάνει μετά το σώμα του: το Ïίγος, τη ναυτία, την ÏŽÏα εξάντλησης. Κοιτάζει τα χÎÏια της. Στεγνά. Το παλτό της, ανÎγγιχτο. ΞÎÏεις αυτό το κÏÏο, λÎει. ΚατÎβα μαζί μου την επόμενη φοÏά. Τα γόνατά της μετατοπίζονται. Το βάÏος της γÎÏνει Ï€Ïος το χείλος· ÏστεÏα παγώνει. Ισιώνει τη Ïαχοκοκαλιά της. Είμαι πιο χÏήσιμη εδώ, αποφασίζει. Εκείνος αποχωÏεί ζεστός. ΑÏÏιο θα λÎει στους ανθÏώπους πως τον Îσωσε. Δεν θα κάνει λάθος. Γονατίζει στο χείλος κι αÏχίζει να σαÏώνει την πλαγιά. Απ' την κοÏυφογÏαμμή βλÎπει τα πάντα, εκτός από το πώς μοιάζει ο ουÏανός από τον πάτο. ■Ο ΕÏσπλαχνος φτάνει σαν λιώσιμο των πάγων – Ï€Î¿Î»Ï Î³ÏήγοÏα, Ï€Î¿Î»Ï Î¶ÎµÏƒÏ„Î¬ – πλημμυÏίζοντας το παγωμÎνο κοίλωμα Ï€Ïιν τα μάτια του Ï€Ïολάβουν να διαβάσουν το χιόνι. Το χÎÏι του βÏίσκει τον ώμο τους. ΜÎνει εκεί για λίγο – το βάÏος σχεδόν αÏκετό. ΎστεÏα μιλά. Î Ïιν Ï€Ïολάβουν να τελειώσουν μια Ï€Ïόταση, την Îχει ήδη τελειώσει – πιο φωτεινά, πιο γεμάτα, ήδη στÏαμμÎνη Ï€Ïος τα δικά του χείλη. ΚÏατά την πληγή τους στην αντηλιά, πεÏιεÏγαζόμενος την στις παλάμες του. Ήδη αλλάζει σχήμα. Ήδη παίÏνει το σχήμα των χεÏιών του, ξεχνώντας το δικό τους. Τον βλÎπουν να κουβαλά τον πόνο τους Îξω απ' την πόÏτα, αναδιπλωμÎνο στις παλάμες του. Αυτό που κατακάθεται στη θÎση του είναι πιο κÏÏο απ' όσα πήÏε – το ιδιαίτεÏο κÏÏο κάποιου που είχε Îνα μόνο Ï€Ïάγμα, κι άκουσε να του το αφηγοÏνται πίσω σαν ιστοÏία ξÎνου.
Η Τομή
Ποιος πάγωσε ενώ πεÏιÎγÏαφες το κÏÏο;
Συμπόνια
"Ζεστασιά ÏιγμÎνη από ψηλά φτάνει παγωμÎνη"
ΑÏμονία

Συμπόνια
Ζεστασιά ÏιγμÎνη από ψηλά φτάνει παγωμÎνη
Το Κατώφλι
Η ουλή σου γνωÏίζει τον χειμώνα Ï€Ïιν παγώσει ο αÎÏας. Μια λÎξη Ï€Îφτει – η πληγή σφίγγει, κλωστή τεντωμÎνη κάτω από το δÎÏμα, Ï€Ïιν το μυαλό σου βÏει όνομα γι' αυτό που άκουσε. Ο οίκτος στÎκεται στην κοÏυφογÏαμμ�� και πετά κουβÎÏτες στην πλαγιά: αÏκετά κοντά για να μοιάζει καλοσÏνη, αÏκετά μακÏιά για να μείνει στεγνός. Μα η ουλή ξÎÏει το ανάγλυφο – σε σÎÏνει κατευθείαν Ï€Ïος το κÏÏο που τη γÎννησε. Οι μπότες σου σπάνε την κÏοÏστα. Ο άνεμος ακονίζεται. Πάγος μαζεÏεται στις βλεφαÏίδες σου. Όταν φτάσεις κοντά του, το κÏÏο είναι ήδη δικό σου.
Η Οδός
Βυθίζεσαι στο χιόνι δίπλα του. Τα χÎÏια σου καίνε – θÎλουν να Ï€ÏοσφÎÏουν γιατÏικά, οδηγίες κατεβασμÎνες απ' την κοÏυφογÏαμμή – μα κάθε λÎξη θα σε ανÎβαζε πίσω εκεί πάνω. ΜÎνεις, ωσότου το να μÎνεις πονάει λιγότεÏο από το να φÏγεις. Η ανάσα του είναι Ïηχή· η δική σου επιβÏαδÏνει για να τη συναντήσει. Το κÏÏο μπαίνει πια στους δυο σας με τον ίδιο Ï„Ïόπο – πνεÏμονες, πλευÏά, κι ÏστεÏα ο αÏγός πόνος πίσω από το στÎÏνο. Ανάμεσά σας, μια σπιθαμή χιόνι. ΣκουÏαίνει από τη ζεστασιά δÏο σωμάτων που Îπαψαν να Ï€ÏοσπαθοÏν να ζεσταθοÏν. Τα μάτια του βÏίσκουν τα δικά σου. Δεν ζητοÏν τίποτα. ΜÎνεις ώσπου η παÏαμονή παÏει να είναι επιλογή. Η ουλή σου μαλακώνει – δεν κλείνει, δεν συγχωÏεί, μα δεν είναι πια το μόνο κÏÏο Ï€Ïάγμα ανάμεσά σας.
Η Σκιά
Την πεÏπάτησε κάποτε αυτή την κατηφόÏα – ολόκληÏη, δίχως κοÏυφογÏαμμή και δίχως σχοινί. Το κÏÏο μπήκε στους πνεÏμονÎÏ‚ της κι ÏστεÏα δεν Îφυγε ολότελα. ΤώÏα η ΨÏχÏαιμη γονατίζει στο χείλος του Ïήγματος. Διαβάζει το μελάνιασμα στο δÎÏμα τους σαν χειÏουÏγός – ονομάζει κάθε στάδιο, Ïίχνοντας ακÏιβείς οδηγίες στην πλαγιά για να τους εξασφαλίσει άλλη μια ÏŽÏα, άψογη και απλησίαστη. Ένα βÏάδυ, Îνας άντÏας κείτεται εκεί κάτω – Ï€ÎÏα από Ïίγος. Τον καθοδηγεί μÎσα από τα χειÏότεÏα, φωνή σταθεÏή, κάθε λÎξη λαβή. Καθώς τα χÏώματα γυÏίζουν, Ïίχνει το σχοινί και σκαÏφαλώνει. Στο χείλος κάθεται δίπλα της, Ï„Ïεμάμενος. Τον τυλίγει σε μαλλί κι ονομάζει τι θα κάνει μετά το σώμα του: το Ïίγος, τη ναυτία, την ÏŽÏα εξάντλησης. Κοιτάζει τα χÎÏια της. Στεγνά. Το παλτό της, ανÎγγιχτο. ΞÎÏεις αυτό το κÏÏο, λÎει. ΚατÎβα μαζί μου την επόμενη φοÏά. Τα γόνατά της μετατοπίζονται. Το βάÏος της γÎÏνει Ï€Ïος το χείλος· ÏστεÏα παγώνει. Ισιώνει τη Ïαχοκοκαλιά της. Είμαι πιο χÏήσιμη εδώ, αποφασίζει. Εκείνος αποχωÏεί ζεστός. ΑÏÏιο θα λÎει στους ανθÏώπους πως τον Îσωσε. Δεν θα κάνει λάθος. Γονατίζει στο χείλος κι αÏχίζει να σαÏώνει την πλαγιά. Απ' την κοÏυφογÏαμμή βλÎπει τα πάντα, εκτός από το πώς μοιάζει ο ουÏανός από τον πάτο. ■Ο ΕÏσπλαχνος φτάνει σαν λιώσιμο των πάγων – Ï€Î¿Î»Ï Î³ÏήγοÏα, Ï€Î¿Î»Ï Î¶ÎµÏƒÏ„Î¬ – πλημμυÏίζοντας το παγωμÎνο κοίλωμα Ï€Ïιν τα μάτια του Ï€Ïολάβουν να διαβάσουν το χιόνι. Το χÎÏι του βÏίσκει τον ώμο τους. ΜÎνει εκεί για λίγο – το βάÏος σχεδόν αÏκετό. ΎστεÏα μιλά. Î Ïιν Ï€Ïολάβουν να τελειώσουν μια Ï€Ïόταση, την Îχει ήδη τελειώσει – πιο φωτεινά, πιο γεμάτα, ήδη στÏαμμÎνη Ï€Ïος τα δικά του χείλη. ΚÏατά την πληγή τους στην αντηλιά, πεÏιεÏγαζόμενος την στις παλάμες του. Ήδη αλλάζει σχήμα. Ήδη παίÏνει το σχήμα των χεÏιών του, ξεχνώντας το δικό τους. Τον βλÎπουν να κουβαλά τον πόνο τους Îξω απ' την πόÏτα, αναδιπλωμÎνο στις παλάμες του. Αυτό που κατακάθεται στη θÎση του είναι πιο κÏÏο απ' όσα πήÏε – το ιδιαίτεÏο κÏÏο κάποιου που είχε Îνα μόνο Ï€Ïάγμα, κι άκουσε να του το αφηγοÏνται πίσω σαν ιστοÏία ξÎνου.
Η Τομή
Ποιος πάγωσε ενώ πεÏιÎγÏαφες το κÏÏο;