ΣυγχώÏεση
ΑÏμονία
"ÎŒ,τι κÏατά η γÏοθιά, το Ï„ÏÎφει"
Το Κατώφλι
Σήκωσες το θÏαÏσμα ενώ Îσταζε ακόμα το ίδιο σου το αίμα. ΠειστήÏιο. Αυτό ήταν Ï€Ïιν χÏόνια. Η γÏοθιά σου δεν άνοιξε από τότε. Î Ïώτα τα δάχτυλα κÏÏτωσαν για Ï€Ïοστασία, μετά για απόδειξη, μÎχÏι που οι Ï„Îνοντες κλείδωσαν και το δÎÏμα Îκλεισε από πάνω. Ένα Ï€Ïωί ξÏπνησες με την παλάμη σου κολλημÎνη στο γυαλί: όχι πια να το κÏατάς· να σε κÏατάει. Αφήνεις μια ματωμÎνη κηλίδα σε κάθε πόÏτα. Αίμα σε κάθε σελίδα που πασχίζεις να γυÏίσεις. ΧαιÏετάς τον κόσμο με σφιγμÎνες γÏοθιÎÏ‚, Ï„ÏομοκÏατημÎνος πως αν ανοίξεις την παλάμη σου, θα χάσεις τη μόνη απόδειξη πως σε Îκοψαν.
Η Οδός
Κοιτάς το χÎÏι σου· αÏθÏώσεις άσπÏες, Ï„Îνοντες κλειδωμÎνοι. ΔÎÏμα σκισμÎνο εκεί που Îκλεισε με το γυαλί. Το αίμα σου, ακόμα ζεστό, Ï„ÏÎφει μια μνήμη που κÏÏωσε εδώ και χÏόνια. Σε Îκοψαν μια φοÏά. Κόβεις τον εαυτό σου κάθε Ï€Ïωί από τότε. Άνοιξε, και το δÎÏμα θα σκιστεί εκεί που Îκλεισε πάνω στο γυαλί. ΑÏνήσου, και τελειώνεις τη δουλειά τους, πεθαίνοντας με τη γÏοθιά κλειστή γÏÏω από Îνα θÏαÏσμα που ξÎχασαν πως υπήÏχε. Τα δάχτυλά σου ανοίγουν Îνα Îνα. Τινάζεσαι. Τα δάχτυλα ανοίγουν – κι η κίνηση αυτή σε κόβει ακόμα. Το θÏαÏσμα Ï€Îφτει – Ï„Ïομάζεις στον ήχο, σαν να μποÏοÏσε ακόμα να σε φτάσει. ΑÎÏας αγγίζει την πληγή. ΚÏÏος, μετά ζεστός. Μετά τίποτα παÏά ο κόσμος. Ο πόνος δεν κόβει πια – αντιλαλεί, όπως βουίζει το μÎταλλο της καμπάνας Ï€Î¿Î»Ï Î±Ï†Î¿Ï Ï€ÎµÏάσει το χτÏπημα. Η παλάμη φοÏάει την ουλή της. Το χÎÏι, επιτÎλους, είναι ανοιχτό.
Η Σκιά
Η Γαλήνια διάλεξε άλλο μονοπάτι. ΣπÏώχνει το θÏαÏσμα βαθÏτεÏα, εκεί που μουδιάζει η σάÏκα, και χτίζει τη ζωή της από πάνω. Έχω γιατÏευτεί, λÎει στον εαυτό της. Έχω αφήσει. Χαμογελά με παλάμη που μοιάζει ανοιχτή· μÎσα, τα δάχτυλα δεν Îχουν κουνηθεί. ΠαντÏεÏεται. Μεγαλώνει παιδιά. Υφαίνει μια ζωή τόσο συνηθισμÎνη που θα μποÏοÏσε να ανήκει σε οποιονδήποτε. Κι ανήκει. Γιατί δεν είναι δικής της. Το Ï„ÏαÏμα επιστÏÎφει οÏτως ή άλλως – μεταμφιεσμÎνο σε οÏγή που αÏνείται να ονομάσει. Τα παιδιά της μαθαίνουν ποιες μÎÏες τα μάτια της γίνονται γυαλί. Οι Ïάχες τους αποστηθίζουν τη σιωπή που σημαίνει όχι σήμεÏα. Μαθαίνουν να διαβάζουν τον καιÏÏŒ ενΌς χαμόγελου που δεν αλλάζει ποτΠ– και μια μÎÏα, σταματοÏν να διαβάζουν. Τα παιδιά της, αδειάζοντας το σπίτι δεκαετίες αÏγότεÏα, δεν βÏίσκουν φωτογÏαφίες με ανοιχτÎÏ‚ αγκαλιÎÏ‚ – μόνο Îνα θÏαÏσμα στο κομοδίνο της, σμιλεμÎνο στο ακÏιβÎÏ‚ σχήμα μιας γÏοθιάς που δεν άνοιξε ποτÎ. ■Ο Αποφασιστικός ξυπνά κάθε Ï€Ïωί με τη γÏοθιά ήδη υψωμÎνη: τα διαπιστευτήÏιά του, η απόδειξή του. Σε κάθε διαφωνία το χÎÏι υψώνεται· σε κάθε σιωπή, η πληγή Ï„Ïαβά το χÎÏι του Ï€Ïιν καν μιλήσει. ΣυγκεντÏώνει άλλους που αιμοÏÏαγοÏν από παÏόμοιο γυαλί· συγκÏίνουν κοψίματα στο φως και μαλώνουν Ï€Î¿Î¹Î±Î½Î¿Ï ÎºÏŒÎ²ÎµÎ¹ βαθÏτεÏα. Όποιος Îχει ανοίξει το χÎÏι, θεωÏείται Ïποπτος· όποιος μιλά για απελευθÎÏωση, Ï€Ïοδότης. Κάποιες νÏχτες η γÏοθιά μοιάζει φυλακή. Ακουμπά Ï„' αυτί στις αÏθÏώσεις. Τίποτα. Ως το Ï€Ïωί, το χÎÏι υψώνεται ξανά – στο Ï„ÏαπÎζι, στις σιωπÎÏ‚ μετά τις φÏάσεις της γυναίκας του. Ο γιος του απλώνει για το αλάτι χωÏίς να σηκώσει το βλÎμμα. Κανείς δεν γυÏίζει.
Η Τομή
Î Î¿Î¹Î±Î½Î¿Ï Ï„Î¿ θÏαÏσμα κÏατάς ζεστό;
ΣυγχώÏεση
"ÎŒ,τι κÏατά η γÏοθιά, το Ï„ÏÎφει"
ΑÏμονία

ΣυγχώÏÎΜÏƑη
ÎŒ,τι κÏατά η γÏοθιά, το Ï„ÏÎφει
Το Κατώφλι
Σήκωσες το θÏαÏσμα ενώ Îσταζε ακόμα το ίδιο σου το αίμα. ΠειστήÏιο. Αυτό ήταν Ï€Ïιν χÏόνια. Η γÏοθιά σου δεν άνοιξε από τότε. Î Ïώτα τα δάχτυλα κÏÏτωσαν για Ï€Ïοστασία, μετά για απόδειξη, μÎχÏι που οι Ï„Îνοντες κλείδωσαν και το δÎÏμα Îκλεισε από πάνω. Ένα Ï€Ïωί ξÏπνησες με την παλάμη σου κολλημÎνη στο γυαλί: όχι πια να το κÏατάς· να σε κÏατάει. Αφήνεις μια ματωμÎνη κηλίδα σε κάθε πόÏτα. Αίμα σε κάθε σελίδα που πασχίζεις να γυÏίσεις. ΧαιÏετάς τον κόσμο με σφιγμÎνες γÏοθιÎÏ‚, Ï„ÏομοκÏατημÎνος πως αν ανοίξεις την παλάμη σου, θα χάσεις τη μόνη απόδειξη πως σε Îκοψαν.
Η Οδός
Κοιτάς το χÎÏι σου· αÏθÏώσεις άσπÏες, Ï„Îνοντες κλειδωμÎνοι. ΔÎÏμα σκισμÎνο εκεί που Îκλεισε με το γυαλί. Το αίμα σου, ακόμα ζεστό, Ï„ÏÎφει μια μνήμη που κÏÏωσε εδώ και χÏόνια. Σε Îκοψαν μια φοÏά. Κόβεις τον εαυτό σου κάθε Ï€Ïωί από τότε. Άνοιξε, και το δÎÏμα θα σκιστεί εκεί που Îκλεισε πάνω στο γυαλί. ΑÏνήσου, και τελειώνεις τη δουλειά τους, πεθαίνοντας με τη γÏοθιά κλειστή γÏÏω από Îνα θÏαÏσμα που ξÎχασαν πως υπήÏχε. Τα δάχτυλά σου ανοίγουν Îνα Îνα. Τινάζεσαι. Τα δάχτυλα ανοίγουν – κι η κίνηση αυτή σε κόβει ακόμα. Το θÏαÏσμα Ï€Îφτει – Ï„Ïομάζεις στον ήχο, σαν να μποÏοÏσε ακόμα να σε φτάσει. ΑÎÏας αγγίζει την πληγή. ΚÏÏος, μετά ζεστός. Μετά τίποτα παÏά ο κόσμος. Ο πόνος δεν κόβει πια – αντιλαλεί, όπως βουίζει το μÎταλλο της καμπάνας Ï€Î¿Î»Ï Î±Ï†Î¿Ï Ï€ÎµÏάσει το χτÏπημα. Η παλάμη φοÏάει την ουλή της. Το χÎÏι, επιτÎλους, είναι ανοιχτό.
Η Σκιά
Η Γαλήνια διάλεξε άλλο μονοπάτι. ΣπÏώχνει το θÏαÏσμα βαθÏτεÏα, εκεί που μουδιάζει η σάÏκα, και χτίζει τη ζωή της από πάνω. Έχω γιατÏευτεί, λÎει στον εαυτό της. Έχω αφήσει. Χαμογελά με παλάμη που μοιάζει ανοιχτή· μÎσα, τα δάχτυλα δεν Îχουν κουνηθεί. ΠαντÏεÏεται. Μεγαλώνει παιδιά. Υφαίνει μια ζωή τόσο συνηθισμÎνη που θα μποÏοÏσε να ανήκει σε οποιονδήποτε. Κι ανήκει. Γιατί δεν είναι δικής της. Το Ï„ÏαÏμα επιστÏÎφει οÏτως ή άλλως – μεταμφιεσμÎνο σε οÏγή που αÏνείται να ονομάσει. Τα παιδιά της μαθαίνουν ποιες μÎÏες τα μάτια της γίνονται γυαλί. Οι Ïάχες τους αποστηθίζουν τη σιωπή που σημαίνει όχι σήμεÏα. Μαθαίνουν να διαβάζουν τον καιÏÏŒ ενΌς χαμόγελου που δεν αλλάζει ποτΠ– και μια μÎÏα, σταματοÏν να διαβάζουν. Τα παιδιά της, αδειάζοντας το σπίτι δεκαετίες αÏγότεÏα, δεν βÏίσκουν φωτογÏαφίες με ανοιχτÎÏ‚ αγκαλιÎÏ‚ – μόνο Îνα θÏαÏσμα στο κομοδίνο της, σμιλεμÎνο στο ακÏιβÎÏ‚ σχήμα μιας γÏοθιάς που δεν άνοιξε ποτÎ. ■Ο Αποφασιστικός ξυπνά κάθε Ï€Ïωί με τη γÏοθιά ήδη υψωμÎνη: τα διαπιστευτήÏιά του, η απόδειξή του. Σε κάθε διαφωνία το χÎÏι υψώνεται· σε κάθε σιωπή, η πληγή Ï„Ïαβά το χÎÏι του Ï€Ïιν καν μιλήσει. ΣυγκεντÏώνει άλλους που αιμοÏÏαγοÏν από παÏόμοιο γυαλί· συγκÏίνουν κοψίματα στο φως και μαλώνουν Ï€Î¿Î¹Î±Î½Î¿Ï ÎºÏŒÎ²ÎµÎ¹ βαθÏτεÏα. Όποιος Îχει ανοίξει το χÎÏι, θεωÏείται Ïποπτος· όποιος μιλά για απελευθÎÏωση, Ï€Ïοδότης. Κάποιες νÏχτες η γÏοθιά μοιάζει φυλακή. Ακουμπά Ï„' αυτί στις αÏθÏώσεις. Τίποτα. Ως το Ï€Ïωί, το χÎÏι υψώνεται ξανά – στο Ï„ÏαπÎζι, στις σιωπÎÏ‚ μετά τις φÏάσεις της γυναίκας του. Ο γιος του απλώνει για το αλάτι χωÏίς να σηκώσει το βλÎμμα. Κανείς δεν γυÏίζει.
Η Τομή
Î Î¿Î¹Î±Î½Î¿Ï Ï„Î¿ θÏαÏσμα κÏατάς ζεστό;